LITTLE MISS SUNSHINE των Jonathan Dayton και Valerie Faris

Little Miss Sunshine / κομεντί. Σενάριο: Michael Arndt. Πρωταγωνιστούν: Abigail Breslin, Greg Kinnear, Toni Collette, Steve Carell, Paul Dano, Alan Arkin. Η.Π.Α. 2006. Διάρκεια: 101′.

(4/5)

 

Ένας αποτυχημένος πατέρας που έχει βρει το μυστικό της επιτυχίας, μια νευρωτική μητέρα, ο ομοφυλόφιλος θείος και μελετητής του Προυστ με αυτοκτονικές τάσεις, ένας οπαδός του Νίτσε που έχει πάρει όρκο σιωπής, ένας ναρκομανής παππούς και ένα επτάχρονο κοριτσάκι που θέλει να πάει στα καλλιστεία διασχίζουν όλη την Αμερική για να πραγματοποιήσουν το όνειρο της τελευταίας.

Με μια πρώτη ματιά η ιστορία φαντάζει εξαιρετικά απλή… Μια δυσλειτουργική αμερικάνικη οικογένεια, ένα ταξίδι ουσιαστικά στο πουθενά και μια σειρά από ευτράπελα, είναι αρκετά για να σε οδηγήσουν  σε μια μέτρια κομεντί.

Ωστόσο το «Little Miss Sunshine» δεν είναι μια τυπική αμερικάνικη κωμωδία και αυτό το καταλαβαίνεις από την αρχή. Καταφέρνει να σε κερδίσει από το πρώτο πλάνο όχι τόσο με το έξυπνό της χιούμορ όσο με την αμεσότητα με την οποία επικοινωνεί τα μηνύματά της… Ο σύγχρονος Αμερικάνος προσπαθεί με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει το πολυπόθητο «american dream», σαρκάζοντας οτιδήποτε κινείται έξω από τα όρια της λογικής του αλλά και του σχεδίου που έχει χαράξει. Έχει αυτοπεποίθηση και δεν υπολογίζει τίποτα και κανέναν. Ταυτόχρονα όμως είναι ανίκανος να διαχειριστεί την ενδεχόμενη αποτυχία του, μετατρέποντας έτσι ο ίδιος, ουσιαστικά, το όνειρό του σε εφιάλτη. Μόνη λύση; Η αξιοπρέπειά του, η πίστη για μια καινούργια αρχή, η πίστη στην διαφορετικότητά του, μα πάνω απ’ όλα η πίστη στον συνάνθρωπο.

Όλα τα παραπάνω, ειπωμένα -είναι η αλήθεια- σε πλείστα άλλα έργα, είναι ικανά για να χαρακτηρίσουν την ταινία ως ένα μικρό διαμαντάκι; Ίσως και όχι. Κι εδώ ακριβώς έρχονται από τη μία να σε μαγέψουν οι καταπληκτικές ερμηνείες των  Alan Arkin  και της μικρής Abigail Breslin και από την άλλη να σε κερδίσει το εξαιρετικό αν και σε μερικά σημεία αντιφατικό «οσκαρικό» σενάριο. Με άμεσες (Προυστ, Νίτσε) όσο και έμμεσες αναφορές στο μοντερνισμό και στο μεταμοντερνισμό (στο τρίπτυχο αναγκαιότητα, αποφασιστικότητα και τυχαιότητα) η ταινία καταφέρνει τελικά σ’ αυτό που άλλες αποτυγχάνουν. Έχει λόγο ύπαρξης. _Μ.Β.

Advertisements

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ του Martin Scorsese

Taxi Driver / Δράμα. Σενάριο: Paul Schrader. Πρωταγωνιστούν: Robert De Niro, Jodie Foster, Harvey Keitel, Cybil Shepherd. Η.Π.Α. 1976. Διάρκεια: 113′.

(4/5)

Ένας οδηγός ταξί και βετεράνος του Βιετνάμ, ο Τράβις, περιπλανιέται στους κακόφημους νυχτερινούς δρόμους της Νέας Υόρκης. Αηδιασμένος από τη διαφθορά αποφασίζει να πάρει το νόμο στα χέρια του και να «ξεπλύνει» την πόλη από τα αποβράσματα.

 

Τρία χρόνια μετά τους «Κακόφημους δρόμους», ο Martin Scorsese επιστρέφει για να κάνει άλλη μια περιπλάνηση στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Και καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία σταθμό, μια ταινία που σημάδεψε μια δεκαετία, μια ταινία που τιμήθηκε με «Χρυσό φοίνικα» στις Κάννες αλλά και αγνοήθηκε επιδεικτικά από την αμερικανική Ακαδημία.

Πριν πενήντα περίπου χρόνια ο Αντώνης Σαμαράκης είχε γράψει: «Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών μας δεν ήτανε τόσο κοντά η μία στην άλλη όσο είναι σήμερα, κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήτανε τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο είναι σήμερα»[1]. Και πραγματικά αυτή η ρήση στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό σου καθώς βλέπεις  τον Τράβις, τον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας, να περιφέρεται στους πολύβουους δρόμους της Νέας Υόρκης αλλά η καρδιά του να είναι άδεια από συναισθήματα. Ακόμα και την κοπέλα που ερωτεύεται, την Μπέτσι (ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου, ξανθιά δηλαδή και όμορφη), υποσυνείδητα τη διώχνει πηγαίνοντάς τη στο πρώτο ραντεβού να δουν ταινία πορνό. Και μένει πάλι μόνος, άδειος από συναισθήματα και συντροφιά, όπως ο άδειος διάδρομος του συνεργείου ταξί. Μόνος λοιπόν περιφέρεται στους δρόμους της πόλης, στους κακόφημους όμως, στους ρυπαρούς, εκεί που συχνάζουν τα αποβράσματα και τα παρατηρεί. Παρατηρεί τη σαπίλα, τη διαφθορά. Και όσο πιο πολύ τριγυρνά στους δαιδαλώδεις δρόμους της Νέας Υόρκης τόσο περισσότερο χάνει τα λογικά του. Ο εχθρός τον έχει νικήσει, η μοναξιά έχει θριαμβεύσει. Η Ίρις, η δωδεκάχρονη πόρνη που θέλει να σώσει από τον προαγωγό της, είναι η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι. Γιατί η Ίρις, η μικρή Ίρις είναι η καμουφλαρισμένη αθωότητα που κινδυνεύει να χαθεί. Είναι η ανθρώπινη επαφή που συναντιέται πλέον στα δεκαπέντε λεπτά σαρκικής επαφής, απλά και ξεκάθαρα. Υπάρχει περίπτωση να σώσει τα προσχήματα ο Τράβις; Μα φυσικά. Πρέπει να λυτρώσει την πόλη απ’ τη διαφθορά, πρέπει να τη λυτρώσει από τους φαύλους ηγέτες… Η προσπάθειά του; Αποτυγχάνει. Μόνη λύτρωση τώρα, ο μαστροπός της Ίρις, αυτός που έκλεψε την αθωότητά της. Τα καταφέρνει. Η κάθαρση επέρχεται και ο φονιάς λατρεύεται ως ήρωας… Η υποκρισία της κοινωνίας σε όλο της το μεγαλείο. Το αμερικανικό όνειρο κατακερματίζεται καθώς συγκρούεται μετωπικά με ένα ταξί.

Ο Ντε Νίρο για να μπει στο «πετσί» του ρόλου δούλεψε ένα χρόνο περίπου ως ταξιτζής και πήγαινε συχνά σε ψυχιατρικές κλινικές παρατηρώντας τους ασθενείς. Το αποτέλεσμα; Μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και αυτή που ουσιαστικά τον καθιέρωσε στις συνειδήσεις μας ως έναν από τους κορυφαίους Αμερικανούς ηθοποιούς.

Ο σεναριογράφος της ταινίας Paul Schrader φημολογείται ότι έγραψε το σενάριο σε μια καταθλιπτική περίοδο της ζωής του, είχε προηγηθεί ένας χωρισμός και μια απόπειρα αυτοκτονίας!

Ο ίδιος o Scorsese, έπασχε – όσο διαρκούσαν τα γυρίσματα – από αϋπνίες όπως και ο Τράβις. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε στο έργο του. Η σκηνοθεσία εξαιρετική, δικαίως του χάρισε το «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάννες. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον Τράβις ως απλό παρατηρητή της σαπίλας, της διαφθοράς και όταν αποφασίζει να αναλάβει δράση τότε δημιουργείται η καταπληκτική καλτ σκηνή των φόνων.

Η ταινία προτάθηκε για 4 όσκαρ και δεν κέρδισε κανένα. Ο σκηνοθέτης θα περίμενε τριάντα περίπου χρόνια για να δει ένα έργο του να επιβραβεύεται (The Departed) από την αμερικανική ακαδημία κινηματογράφου.  Μ.Β.


[1] Αντώνης Σαμαράκης, «Ζητείται Ελπίς». 1η έκδοση 1954

ΝΥΧΤΑ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ του John Cassavetes

Opening night / Δράμα. Σενάριο: John Cassavetes. Πρωταγωνιστούν: Gena Rowlands, Ben Gazzara, Joan Blondell, Paul Stewart, John Cassavetes. Η.Π.Α. 1977. Διάρκεια: 144′.

(4,5/5)

 

Η Μυρτλ, διάσημη θεατρική ηθοποιός, έρχεται αντιμέτωπη με τα φαντάσματα της παρελθούσης νιότης της όταν μια θαυμάστριά της σκοτώνεται μπροστά της.


Η Νύχτα πρεμιέρας διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σ’ ένα θέατρο κι αυτό γιατί αφορά ένα θεατρικό έργο. Το θεατρικό έργο λοιπόν μιλά για μια ώριμη γυναίκα η οποία αισθάνεται απροστάτευτη, για μια γυναίκα η οποία θέλει να ερωτευτεί αλλά είναι πλέον αργά. Η Μυρτλ από τις αρχικές κιόλας πρόβες αρνείται, με παιδιάστικα καμώματα, να υποδυθεί τη συγκεκριμένη γυναίκα. «Δεν καταλαβαίνω αυτόν τον χαρακτήρα. Αν είχε κάτι να εκφράσει θα πιανόμουν τουλάχιστον απ’ αυτό. Θα είχα ένα λόγο να βρίσκομαι εδώ» μονολογεί ενώπιον της γηραιής σεναριογράφου. Η αλήθεια όμως δεν είναι αυτή και ο θεατής την αντιλαμβάνεται εξαρχής. Η Μυρτλ είναι η γυναίκα που υποδύεται, απλά δεν θέλει να το παραδεχθεί. Ίσως και να μην έχει τη δύναμη να το παραδεχθεί. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο φανταστικός χαρακτήρας της νεαρής κοπέλας να της τείνει χείρα βοηθείας και όχι να τη σπρώξει στα Τάρταρα όπως αυτή νομίζει. Η Μυρτλ είναι και αυτή μια απεγνωσμένη γυναίκα, είναι μια γυναίκα που πασχίζει να ερωτευτεί αλλά που οι άμυνες της και οι καταχρήσεις την εμποδίζουν να εξωτερικεύσει. Είναι όμως πάνω απ’ όλα μια ηθοποιός που έχει ανάγκη το θαυμασμό κι όχι την περιφρόνηση των άλλων και που για μία και ίσως και τελευταία φορά θέλει να αποδείξει ότι τη νύχτα πρεμιέρας «δεν είναι πολύ αργά».

Το αριστούργημα του Κασσαβέτη είναι μία εκ βαθέων ανάλυση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης μπρος στο φόβο των γηρατειών, στο φόβο της φθοράς του πνεύματος, του σώματος αλλά και στο φόβο της απεμπόλησης κυριαρχικών συναισθημάτων όπως ο έρωτας. Ταυτόχρονα όμως η ταινία αποτελεί και μια ανάλυση της ψυχοσύνθεσης του ηθοποιού πάνω στο σανίδι. Και ποιος θα μπορούσε να μιλήσει καλύτερα για τον ηθοποιό παρά ο Έλληνας Τζον Κασσαβέτης.

Η σκηνοθεσία λιτή, εστιάζει στους χαρακτήρες με τη συνεχή χρήση γκρο πλάνων και αναδεικνύεται μέσω του επιθετικού μοντάζ (απότομα κοψίματα). Οι ερμηνείες εξαιρετικές. Από τη συγκλονιστική εμβάθυνση στο ρόλο της Μυρτλ από την Τζίνα Ρόουλαντς (έλαβε αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου) ως τη δωρική ερμηνεία του Τζον Κασσαβέτη. Η ταινία όταν προβλήθηκε προκάλεσε αντιδράσεις και λοιδορήθηκε όσο λίγες από τους κριτικούς κι αυτό λόγω της διαμάχης που είχαν με τον Κασσαβέτη, σε τέτοιο σημείο που η ταινία να μην μπορεί να βρει διανομείς! Ωστόσο το ταξίδι στην κινηματογραφική αιωνιότητα άρχισε από το Φεστιβάλ Βερολίνου όπου ήταν και υποψήφια για Χρυσή Άρκτο.  Μ.Β.

ΓΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του Ken Loach

Land and Freedom / Πολιτική. Σενάριο: Jim Allen. Πρωταγωνιστούν: Ian Hurt, Rosana Pastor, Iciar Bollain, Tom Gilroy. Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Γερμανία, Ιταλία 1995. Διάρκεια: 109′.

(4/5)

 

Μια νεαρή κοπέλα, με αφορμή το θάνατο του κομμουνιστή παππού της (Ian Hart), ψάχνει στα πράγματά του και ανακαλύπτει ότι το 1936 είχε πάει να πολεμήσει στην Ισπανία κατά του Φράνκο. Μέσα λοιπόν από τα προσωπικά του πράγματα, φωτογραφίες και αποκόμματα εφημερίδων ξετυλίγεται η ιστορία του νεαρού κομμουνιστή άνεργου.

Ο Λόουτς παρόλο που χτίζει όλη την ταινία γύρω από τον χαρακτήρα του Ian Hart εντούτοις δε δημιουργεί έναν ήρωα με «θεϊκή υπόσταση». Αυτό το αντιλαμβανόμαστε από την αρχή όταν και ο πρωταγωνιστής εξηγεί στη φίλη του τα κίνητρα που τον ωθούν να κάνει το ταξίδι. Γιατί πηγαίνει λοιπόν στην Ισπανία; Γιατί δεν έχει γυναίκα και παιδιά και γιατί είναι άνεργος! Κίνητρα εμποτισμένα με το στοιχείο της ανθρώπινης αδυναμίας.

Όπως προανέφερα ο χαρακτήρας του Ian Hart είναι ο πυρήνας της ταινίας γύρω από τον οποίο ο Λόουτς βρίσκει την ευκαιρία να κάνει ένα σχόλιο για τον κομμουνισμό, την αριστερά και τη διάσπασή της που σε τελική ανάλυση οδηγεί στη συντριβή της. Δύο τα χαρακτηριστικά και κομβικά σημεία στην ταινία:

Αφενός όταν μετά την απελευθέρωση ενός χωριού από τις δυνάμεις του Φράνκο, οι επαναστάτες συγκρούονται για το αν θα εφαρμόσουν τον κολεκτιβισμό. Έχουν χωθεί πίσω από ιδεολογικά χαρακώματα υφαίνοντας φανταστικούς εχθρούς, αγνοώντας τον πραγματικό εχθρό, τον Φράνκο.

Αφετέρου όταν καλούνται να αποφασίσουν αν θα ενταχθούν σε οργανωμένο στρατό ή όχι. Η σύγκρουση των επαναστατών είναι αναπόφευκτη. Αυτή τη φορά όμως η σύγκρουση δεν είναι λεκτική αλλά σώμα με σώμα. Τελικά ποιοι έχουν δίκιο; Οι σταλινικοί ή οι αγωνιστές του POUM (αντισταλινικό κίνημα); Ο ήρωας περιπλανιέται…

Έτσι περιπλανιόμαστε κι εμείς. Δεν είναι κακό να αλλάζεις ιδέες ούτε την άποψη σου πίσω από την οποία ήσουν περιχαρακωμένος (καταπληκτική και άκρως δηλωτική της μεταστροφής του ήρωα η σκηνή όπου σκίζει την ταυτότητα του κομμουνιστικού κόμματος). Η ιστορία θα σου δείξει το δρόμο, και η ιστορία θα δείξει αν ο αγώνας σου δικαιώθηκε. Γιατί κάθε αγώνας έχει νόημα και  περιμένει τη δικαίωσή του από το πλήρωμα του χρόνου, από τους μεταγενέστερους. Ωστόσο όποιος αδυνατεί να συντρίψει «ιδεολογικές εμμονές», αδυνατεί και να εγείρει ένα καινούριο αύριο. Ο εχθρός σε έχει καταστρέψει εκ των έσω!

Με ένα καταπληκτικό «αντίστροφο μοντάζ» ο Λόουτς μας αφηγείται την ιστορία του Ian Hart. Εστιάζει λίγο παραπάνω στην ιδεολογική διαμάχη των επαναστατών αδιαφορώντας ίσως για το γρήγορο της πλοκής. Η σκηνοθεσία είναι άρτια από έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους Ευρωπαίους σκηνοθέτες. Δεν κέρδισε το «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάννες και μάλλον δικαίως γιατί η ταινία δεν είναι -κατά την άποψή μου- ανώτερη ούτε από το «Underground» που κέρδισε ούτε από το «Βλέμμα του Οδυσσέα» που έπρεπε να κερδίσει.  Μ.Β.

ΤΟ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΜΠΟΡΝ του Paul Greengrass

The Bourne Ultimatum / Δράσης. Σενάριο: Tony Gilroy, Scott Z. Burns, George Nolfi, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Robert Ludlum. Πρωταγωνιστούν: Matt Damon, Julia Stiles, David Strathairn, Scott Glenn, Albert Finney. Η.Π.Α. 2007. Διάρκεια: 115′

(3,5/5)

Ο Jason Bourne, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη το λησμονημένο παρελθόν του, βρίσκεται για άλλη μια φορά στο «μάτι του κυκλώνα». Η δολοφονία ενός δημοσιογράφου και τα όσα αυτός του αποκαλύπτει, τον φέρνουν πιο κοντά στην ανακάλυψη του «Άγιου Δισκοπότηρου», της ταυτότητάς του…

Η αέναη μάχη μεταξύ του καλού και του κακού στο σύμπαν, είναι κι αυτή που καθορίζει την εξέλιξη του κόσμου. Ο άνθρωπος σ’ αυτήν τη διαμάχη δε μένει αμέτοχος. Αντιθέτως, η διαμάχη παίρνει σάρκα και οστά εντός του… Η θεωρία του μανιχαϊσμού σε όλο της το μεγαλείο…

Ο Bourne είναι μια φιγούρα τραγική. Εντός του συντελείται ένας ανηλεής πόλεμος μεταξύ καλού και κακού, η έκβαση του οποίου είναι αμφίβολη. Η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας, του ονόματος που κρύβεται πίσω από το κωδικό όνομα Jason Bourne είναι και η αλληγορική προσωποποίηση αυτής της μάχης. Η αποδοχή ή όχι από τον ήρωα, της προηγούμενής του ταυτότητας θα δώσει και την απάντηση στην έκβασή της.

Ξεπερνώντας τις μανιχαϊστικές επιρροές του σεναρίου, στεκόμαστε στην καταπληκτική σκηνοθεσία του Paul Greengrass, το δημιουργό των United 93 και Bloody Sunday, ο οποίος με τη χρήση της φορητής κάμερας  καταφέρνει να προσδώσει στην ταινία αμεσότητα αλλά και ένα κλειστοφοβικό κλίμα και με τη συνδρομή του νευρικού μοντάζ να την απογειώσει σε επίπεδα δράσης που καθηλώνουν. Άξιος συμπαραστάτης του σκηνοθέτη, ο Matt Damon που θαρρείς πως είναι γεννημένος γι’ αυτόν το ρόλο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, Jason Bourne χωρίς τον Matt Damon δεν θα υπήρχε. Καταφέρνει λοιπόν ο ηθοποιός, με την παραγνωρισμένη είναι η αλήθεια υποκριτική του δεινότητα, να εγείρει ένα νέο κινηματογραφικό είδωλο συντρίβοντας μια και καλή τη «στοιχειωμένη» εικόνα του ξεχωριστού Will Hunting.

Συνοψίζοντας, πέρα από το «εύπεπτο» φινάλε και τις όποιες σεναριακές ευκολίες που ως έναν βαθμό αποτελούν θυσία στο βωμό της αμείωτης δράσης, το τελεσίγραφο του Μπορν αποτελεί την γοητευτική πλευρά ενός είδους που έτεινε, όχι να εξαφανιστεί, αλλά να περιπέσει στην απόλυτη κινηματογραφική ανυποληψία.  Μ.Β.

Η ΕΚΛΕΙΨΗ του Michelangelo Antonioni

L’ eclisse / Σινεφίλ. Σενάριο: Michelangelo Antonioni, Tonino Guerra, Elio Bartolini, Ottiero Ottieri. Πρωταγωνιστούν: Alain Delon, Monica Vitti, Francisco Rabal. Ιταλία 1962. Διάρκεια: 112′

(5/5)

 

Ένα ζευγάρι χωρίζει. Η γυναίκα περιπλανιέται στην πόλη και βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά ενός νεαρού χρηματιστή.

 

Από πολλές απόψεις η Έκλειψη αποτελεί το ορόσημο μιας ολόκληρης δεκαετίας καθώς είναι η ταινία που ουσιαστικά καταρρίπτει όλες τις ως τότε καθιερωμένες κινηματογραφικές φόρμες. Σε μια εποχή (τέλη δεκαετίας του ’50 και αρχές του ‘60) που η καθεστηκυία τάξη απεχθάνεται οτιδήποτε νέο, που αναζητεί ξεπερασμένα ηθικά σύμβολα και ηθικές αξίες, η δημιουργία ενός τέτοιου καλλιτεχνήματος μπορεί να χαρακτηριστεί αιρετική. Και πραγματικά η Έκλειψη είναι μια δημιουργία αιρετική γιατί ξεφεύγει από τα καθιερωμένα , ξεφεύγει από τον ιταλικό νεορεαλισμό και δημιουργεί μια νέα τάση στον κινηματογράφο, το μοντερνισμό. Για την ακρίβεια εκτοξεύει το μοντερνισμό σε ύψη που καμιά άλλη ταινία δεν μπόρεσε μέχρι τις μέρες μας να φτάσει (η ταπεινή μου γνώμη).

Μέσα από μια ερωτική ιστορία, απλή στη σύλληψή της, ο Αντονιόνι καταφέρνει να αποτυπώσει με μοναδικό τρόπο το αστικό – βιομηχανικό τοπίο. Καταφέρνει με τον ιδιαίτερο τρόπο κινηματογράφησης να αποτυπώσει όσο καλύτερα γίνεται την ανθρώπινη μοναξιά της σύγχρονης κοινωνίας που κρύβεται καλά καμουφλαρισμένη πίσω από τις πολύβουες εικόνες της βιομηχανικής περιόδου που διανύουμε.

Η Έκλειψη αρχίζει όπως ακριβώς τελειώνει η Νύχτα, μ’ ένα χωρισμό. Η Βιτόρια (Monica Vitti) και ο κατά πολύ μεγαλύτερός της Ρικάρντο (Francisco Rabal) ύστερα από μια άυπνη νύχτα συζητήσεων (και όχι αναζητήσεων όπως στη Νύχτα) -αδιάψευστος μάρτυρας το γεμάτο αποτσίγαρα τασάκι- καταλαβαίνουν ότι η σχέση τους δεν οδηγεί πουθενά. Και με το πρώτο φως της μέρας που η Βιτόρια διστακτικά, είναι η αλήθεια, αφήνει να μπει μες στο δωμάτιο, έρχεται η ώρα των αποφάσεων. Το φως δίνει τη λύση, το φως ξεκαθαρίζει τα πράγματα. Το παραδέχεται και ο Ρικάρντο: «Πρέπει ν’ αποφασίσουμε». Και χωρίζουν…

Από τη σημείο αυτό αρχίζει η περιπλάνηση της Βιτόρια, που τελικά οδηγείται στο χρηματιστήριο όπου και γνωρίζει το γοητευτικό χρηματιστή της μητέρας της, τον Πιέρο (Alain Delon). Ο Πιέρο είναι ένας υπερόπτης νέος ταγμένος στο κυνήγι του χρήματος. Τα υλικά αγαθά τον ενδιαφέρουν πάνω απ’ όλα και δεν ντρέπεται να το ομολογήσει στη Βιτόρια. Η έλξη μεταξύ των δύο νέων δίνει την αφορμή στον Αντονιόνι να δημιουργήσει ένα δοκίμιο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. Μη σας ξεγελά το γεγονός της κινηματογράφησης ενός έρωτα. Ο έρωτας είναι απλώς η αφορμή, όλα όσα συμβαίνουν κατά τη διάρκειά του είναι και αυτά που μας ενδιαφέρουν. Η μανία δηλαδή για το χρήμα, ο θάνατος, η αδιαφορία για το συνάνθρωπο, η αποξένωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος βαδίζει πλέον μόνος του χωρίς συνοδοιπόρους. Αρνούμενος να πραγματοποιήσει τα αυτονόητα και να αντικρύσει την αλήθεια κατάματα προτιμά να κρύβεται πίσω από μία υποκριτική υπόσχεση. Όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται στα τελευταία μοναδικά επτά λεπτά, στα επτά λεπτά που οι Αμερικάνοι θέλησαν να αφαιρέσουν από την ταινία γιατί δεν τα καταλάβαιναν, στα επτά λεπτά της αισθητικής τελειότητας, στο καλύτερο φινάλε ταινίας που έχω δει.

Ως φόρο τιμής στον μεγάλο Ιταλό δημιουργό και κυριότερο εκπρόσωπο του ρεύματος του μοντερνισμού στον κινηματογράφο, παραθέτω την απάντηση που έδωσε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η κορυφαία του στιγμή στο σινεμά: «…Αν σας απαντούσα ερωτικά, η στιγμή που συνάντησα τη γυναίκα μου κι αν σας απαντούσα κινηματογραφικά η στιγμή που συνάντησα τον Αντονιόνι».  Μ.Β.

ΑΓΡΙΕΣ ΦΡΑΟΥΛΕΣ του Ingmar Bergman

Smultronstallet / Κοινωνική. Σενάριο: Ingmar Bergman. Πρωταγωνιστούν: Victor Sjostrom, Bibi Andersson, Ingrid Thulin. Σουηδία 1957. Διάρκεια: 91′.

(5/5)

Ένας ηλικιωμένος καθηγητής ιατρικής ταξιδεύει με το αυτοκίνητο από τη Στοκχόλμη στο Λουντ για να παραστεί στη βράβευσή για τα 50 χρόνια προσφοράς του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα προσπαθήσει να «συμφιλιωθεί» με το παρελθόν του.

Στην αέναη πάλη του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με την ιδέα του Θανάτου υπάρχει μόνο ένα δεκανίκι, η συμφιλίωση με το παρελθόν, με τις αναμνήσεις, όσο επώδυνες κι αν αυτές είναι. Αυτό ο Bergman φαίνεται να το γνωρίζει καλά.

Το ταξίδι του καθηγητή βρίθει συμβολισμών. Είναι ουσιαστικά μια πορεία προς το θάνατο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα αφεθεί σε ονειροπολήσεις που θα τον φέρουν πιο κοντά στην αλήθεια. Οι συμπεριφορές και τα λάθη του παρελθόντος που εμφανίζονται ως οράματα, είναι πικρά. Η αλήθεια είναι πικρή και προκαλεί πόνο. Πόνο ψυχικό που δεν θέλει να παραδεχθεί ότι νιώθει. Συναισθηματικά είναι ανίκανος. Είναι ανάλγητος, εγωιστής, άσπλαχνος. Υπάρχει άραγε λύση;

Η λύση υπάρχει και τη δίνουν οι γύρω μας. Έτσι και ο καθηγητής δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση. Η μοναξιά που τόσο καιρό επεδίωκε δεν είναι ευτυχία αλλά τιμωρία. Η συμφιλίωση με το γιο του και τη νύφη του είναι μονόδρομος και ίσως το μοναδικό φάρμακο για να επουλώσει πληγές του παρελθόντος.

Με την ταινία αυτή ο Bergman – κατά δήλωσή του- έτεινε χείρα συμφιλίωσης προς τους γονείς του, με τους οποίους δεν είχε και τις καλύτερες των σχέσεων. Από την άποψη αυτή ιδωμένη η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως και η πιο προσωπική του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εξαιρετικές και ειδικότερα του Victor Sjostrom (έγινε παγκοσμίως γνωστός ως σκηνοθέτης του βωβού κινηματογράφου), ο οποίος υποδύεται τον ηλικιωμένο καθηγητή. Η σκηνοθεσία είναι άψογη, με ορισμένες στιγμές καλλιτεχνικού μεγαλείου όπως η εξπρεσιονιστική σεκάνς του εφιάλτη, στην αρχή της ταινίας ή η ποιητική σεκάνς του τέλους.

Το 1958 η ταινία βραβεύτηκε με τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου.  Μ.Β.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ του Nicolas Roeg

Bad timing / Κοινωνική. Σενάριο: Yale Udoff. Πρωταγωνιστούν: Art Garfunkel, Theresa Russell, Harvey Keitel. Μεγάλη Βρετανία 1980. Διάρκεια: 123′.

(4/5)

Μια νεαρή Αμερικανίδα, η Μιλένα, μεταφέρεται στο νοσοκομείο ύστερα από μια απόπειρα αυτοκτονίας. Ο φίλος της Άλεξ, καθηγητής ψυχολογίας, βρίσκεται στο πλευρό της και ένας αστυνόμος αναζητά την αλήθεια…

Οι ήρωες του δράματος, η Μιλένα (Theresa Russel) και ο Άλεξ (Art Garfunkel), είναι δύο χαρακτήρες τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Η Μιλένα είναι αυθόρμητη, απελευθερωμένη και φιλική, ίσως και πέραν του δέοντος, απέναντι στον κοινωνικό της περίγυρο. Ο Άλεξ από την άλλη είναι ο σοβαρός, ο μετρημένος, ο σεμνός, αυτός που θέλει να ελέγχει την εξέλιξη των πραγμάτων αλλά στο τέλος γίνεται έρμαιο των επιθυμιών του. Η γνωριμία τους ήταν ανορθόδοξη, ήταν πέραν των συνηθισμένων, δηλωτική του χαρακτήρα του καθενός και των πρωτοβουλιών που μπορεί να αναλάβει. Ποιος είναι λοιπόν ο κοινός παρονομαστής αυτών των δύο αντιφατικών προσωπικοτήτων; Μα φυσικά το πάθος. Ένα πάθος αρρωστημένο. Ένα πάθος που με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί στην καταστροφή. Ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες στέκει εμβληματική η φιγούρα του αστυνόμου (Harvey Keitel). Τίποτα δεν αλλάζει στην ταινία του Roeg, ο προαιώνιος συμβολισμός παραμένει ο ίδιος. Ο αστυνόμος έρχεται σαν από μηχανής Θεός για να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη. Κι αυτό φαίνεται εξ αρχής όταν και προσπαθεί να ωθήσει τον Άλεξ σε ομολογία. Γιατί ο αστυνόμος γνωρίζει ότι η ομολογία είναι αυτή που θα λυτρώσει τον Άλεξ, είναι αυτή που θα τον περάσει αλώβητο από το «Καθαρτήριο» και θα τον οδηγήσει στον «Παράδεισο», στη σωτηρία της ψυχής του.

Η ταινία πάνω απ’ όλα είναι μια σπουδή στις ψυχές δύο ανθρώπων, στη ζωή ενός ζευγαριού, μια σπουδή σε μια παθιασμένη κι εξίσου αρρωστημένη σχέση. Ταυτόχρονα με τα παραπάνω, η ταινία εμφορείται από τις έννοιες της τέχνης, της πολιτικής αλλά και της ψυχανάλυσης. Αυτό επιτυγχάνεται με το να τοποθετείται η ιστορία του ζευγαριού στη Βιέννη, λίκνο του δυτικού πολιτισμού και η πόλη όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ο πατέρας της ψυχανάλησης Sigmund Freud, αλλά και στη γειτονική Μπρατισλάβα, πόλη σύμβολο του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Η σκηνοθεσία του Roeg κινείται σε υψηλά επίπεδα. Με αριστοτεχνική χρήση του αντίστροφου μοντάζ (αμέτρητα φλας μπακ) ανατρέπει τα καθιερωμένα κινηματογραφικά πρότυπα αφήγησης, καταστρατηγώντας κάθε έννοια του χρόνου. Και όλα αυτά χωρίς να μπερδεύει στο ελάχιστο τον θεατή, μια και το παρελθόν οριοθετείται ξεκάθαρα σε σχέση με το παρόν. Και τι είναι αυτό που το οριοθετεί; Μα φυσικά η παρουσία της Μιλένα.  Μ.Β.

Who is 67, mr. Scorsese?

Το trailer της νέας ταινίας του Μάρτιν Σκορτσέζε, Shutter island, κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από την Paramount.

Η υπόθεση έχει ως εξής:

Δύο αστυνομικοί διερευνώντας την εξαφάνιση μιας σχιζοφρενούς δολοφόνου «καθηλώνονται» στο νησί Shutter όπου και βρίσκεται ένα άσυλο ψυχασθενών.

Το κλειστοφοβικό καθώς διαφαίνεται περιβάλλον, η εξαιρετική φωτογραφία του Robert Richardson, το σενάριο που βασίστηκε στο best seller μυθιστόρημα του Dennis Lehane – δημιουργού του άκρως επιτυχημένου Mystic River, το all star cast (DiCaprio, Ruffalo, Kingsley, Von Sydow) αλλά κυρίως η πίστη μας στην αστείρευτη σκηνοθετική δεινότητα του Μάρτιν, μας κάνουν πέραν του δέοντως ανυπόμονους.

 

Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ του Billy Wilder

Sunset Blvd. / Κοινωνική. Σενάριο: Charles Brackett, Billy Wilder, D.M. Marshman Jr. Πρωταγωνιστούν: William Holden, Gloria Swanson, Erich Von Stroheim, Nancy Olson. Η.Π.Α. 1950. Διάρκεια: 110′

(4,5/5)

Ο Τζο Γκίλις νεαρός, φιλόδοξος σεναριογράφος πνίγεται στα χρέη. Μια μοιραία συνάντηση με την ξεπεσμένη ντίβα του βωβού κινηματογράφου, Νόρμα Ντέσμοντ, που ζει απομονωμένη στην εγκαταλελειμμένη βίλα της με φαντάσματα του παρελθόντος, θα αλλάξει τη ζωή και των δύο μια για πάντα.

Ο κινηματογράφος ως μια κατεξοχήν λαϊκή τέχνη, υπό την έννοια ότι απευθύνεται στον απλό άνθρωπο κάθε κοινωνικής τάξης, θρησκείας αλλά και πνευματικού επιπέδου, είχε, έχει και θα έχει την δυνατότητα να δημιουργεί είδωλα. Στα πρώτα χρόνια αυτής της σύγχρονης τέχνης, στα χρόνια δηλαδή πριν την έλευση του ήχου, τίθεται στο επίκεντρο ο ήρωας – ηθοποιός. Μιλάμε για μια θεοποίηση του ηθοποιού, ο οποίος όμως δεν γίνεται γνωστός με το πραγματικό του όνομα αλλά με αυτό του χαρακτήρα που υποδύεται. Από το 1927 όμως και μετά τα πράγματα αλλάζουν. Η ομιλία στον κινηματογράφο είχε ως αποτέλεσμα τον εξανθρωπισμό του ηθοποιού. Ο ηθοποιός κατεβαίνει από το θεϊκό του βάθρο και αποκτά ανθρώπινες διαστάσεις. Κυριεύεται από πάθη τα οποία και δεν φοβάται να αποκαλύψει. Πολλοί λοιπόν ηθοποιοί που λατρεύονταν ως θρύλοι από το κοινό, με την έλευση του ήχου στο σινεμά περιήλθαν σε πλήρη ανυποληψία. Μία τέτοια περίπτωση είναι και της Νόρμα Ντέσμοντ, ο χαρακτήρας της οποίας αν και φανταστικός απεικονίζει με ρεαλιστικό τρόπο την παρακμή των παλιών ειδώλων.

Η Λεωφόρος της Δύσης είναι ένα πικρόχολο σχόλιο πάνω στον κόσμο του θεάματος, (γι’ αυτόν το λόγο άλλωστε λοιδορήθηκε τόσο από τους παραγωγούς του Hollywood) φτιαγμένη για να προκαλέσει αλλά και να συγκινήσει με τον ξεπεσμό, ηθικό και ψυχικό, των χαρακτήρων της. Ο Τζο (William Holden), ο νεαρός και φιλόδοξος σεναριογράφος, οπορτουνιστής ως το κόκαλο, δεν διστάζει να μετατραπεί σε ζιγκολό προκειμένου να εκπληρώσει το όνειρό του. Οι όποιοι ενδοιασμοί του, μόνο προσχηματικοί μπορούν να χαρακτηριστούν. Οι ηθικές του αξίες, εξ αρχής χαλαρές, κονιορτοποιούνται από την αγάπη του για το χρήμα. Συναισθηματικά ρηχός αρνείται στον εαυτό του τα αυτονόητα, να ζήσει δηλαδή ελεύθερος, απαλλαγμένος από την τυραννία της ύλης και της Νόρμα. Από την άλλη η Νόρμα (Gloria Swanson) ζει το όνειρο του παρελθόντος. Ένα όνειρο όμως που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Τυφλωμένη από τη λάμψη της παλιάς δόξας αλλά και τα καμώματα του υπερπροστατευτικού υπηρέτη της (τον υποδύεται το «ιερό τέρας» Erich Von Stroheim), αδυνατεί να δει τα αυτονόητα. Η φράση της «παραμένω μεγάλη, οι ταινίες έχουν μικρύνει» αντικατοπτρίζει πλήρως τον ασταθή ψυχικό της κόσμο.

Προορισμένη για την επιτυχία, η Λεωφόρος της Δύσης καταρρίπτει κάθε έννοια χώρου και χρόνου, κάθε έννοια ρεαλισμού. Γιατί πράγματι ποιος να το διανοηθεί ότι ένας νεκρός μπορεί να μιλάει, πόσο μάλλον να αφηγείται τη ζωή του! Η εναρκτήρια σεκάνς, μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη μας για την ιδιοφυία του Wilder που κατάφερε να μας χαρίσει την πρώτη «υποβρύχια λήψη» (με τη συνδρομή καθρεπτών).

Ο Wilder, ας μη γελιόμαστε, είναι ένας μετρ της σκηνοθεσίας. Αφήνει ένα αίσθημα μελαγχολίας να διαπνέει όλη την ταινία, από την εμφάνιση του «σιωπηλού» Buster Keaton, ως την αδυναμία του Cecil B. De Mille να βοηθήσει την Νόρμα. Πέραν τούτων όμως κατάφερε να επαναφέρει μια ηθοποιό (Swanson) ξεχασμένη για μια δεκαετία από το Hollywood και να αποσπάσει απ’ αυτήν μια bigger than life ερμηνεία. Η απόγνωσή της Νόρμα καθρεπτίζεται στο παγωμένο βλέμμα της Gloria Swanson, οι φιλοδοξίες της στην υπεροπτική της κίνηση. Κυρίες και κύριοι έτσι ακριβώς όπως παλιά, η Νόρμα Ντέσμοντ είναι η Gloria Swanson και το αντίστροφο. Η επιστροφή του ήρωα – ηθοποιού δύο δεκαετίες μετά είναι εκκωφαντική.  Μ.Β.