Απληστία ★★★★½

Greed / Δράμα. Σκηνοθεσία: Erich von Stroheim. Σενάριο: June Mathis, Erich von Stroheim, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Frank Norris, «McTeague». Πρωταγωνιστούν: Gibson Gowland, Zasu Pitts, Jean Hersholt. ΗΠΑ. 1924. Διάρκεια: 140′.


«Όταν είδα την ταινία για πρώτη φορά, ήταν σαν να έβλεπα ένα πτώμα μέσα σε νεκροταφείο. Το βρήκα μέσα στο στενό του φέρετρο, γεμάτο στάχτες και φοβερά βρόμικο. Βρήκα ένα αδύνατο κομμάτι από τη ραχοκοκαλιά κι ένα κοκαλάκι της πλάτης. Και, φυσικά αρρώστησα…». Τα παραπάνω λόγια δεν ανήκουν σε κάποιον κακεντρεχή κριτικό κινηματογράφου της εποχής, αλλά στον ίδιο τον σκηνοθέτη της ταινίας, ο οποίος ουδέποτε συμβιβάστηκε με τη δίωρη εκδοχή της MGM, που προβλήθηκε και προβάλλεται μέχρι σήμερα στους κινηματογράφους.

Η αρχική έκδοση της Απληστίας άγγιζε τις δέκα ώρες. Μετά το πρώτο μοντάζ του Stroheim, η διάρκειά της μειώθηκε στο μισό. Το στούντιο (MGM) όμως, σίγουρο πως οι πέντε ώρες θα κουράσουν το κοινό και δεν θα έχει εμπορική επιτυχία, προσλαμβάνει μοντέρ για να τη μειώσει στις δύο ώρες. Η ταινία ακρωτηριάζεται, το αρνητικό με τις υπόλοιπες οκτώ ώρες καταστρέφεται. Η αντίδραση του Stroheim ήταν οργισμένη και παροιμιώδης, όπως άλλωστε και η στάση του στούντιο, το οποίο κουρασμένο από τα «καμώματα» του ιδιόρρυθμου Αυστριακού, ουσιαστικά τον εξώθησε στην ανεργία και λίγα χρόνια αργότερα τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Ευρώπη.

Η ιστορία της Απληστίας, είναι η ιστορία τριών ανθρώπων της εργατικής τάξης, τριών ανθρώπων που υποκινούμενοι από πάθη ορμέμφυτα, οδηγήθηκαν στην απόλυτη εξαχρείωση. Ο MacTeague (Gibson Gowland), ένας εμπειρικός οδοντίατρος και πρώην χρυσοθήρας, ερωτεύεται την Trina (Zasu Pitts), την οποία διεκδικεί και ο φίλος του Marcus (Jean Hersholt). O Marcus υποχωρεί κι έτσι ο MacTeague και η Trina παντρεύονται. Όταν η Trina, κερδίσει ένα τεράστιο ποσό στη λοτταρία τότε, οι τρεις φίλοι θα βρεθούν στη δίνη των παθών τους.

Βασισμένη σε μυθιστόρημα του Frank Norris, η Απληστία αποτελεί μια ταινία-σχόλιο για τα ανθρώπινα πάθη. Η επικυριαρχία του χρυσού πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, η προδοσία, η αυταρχικότητα, η βία και σε τελική ανάλυση τα πιο ποταπά ανθρώπινα ένστικτα, συνθέτουν τον κινηματογραφικό καμβά του δημιουργήματος αυτού. Ο κόσμος που σκιαγραφεί ο Stroheim είναι ζοφερός, χωρίς ελπίδα, χωρίς μέλλον για τους ήρωες. Εκείνοι αν και φαίνεται να έχουν επίγνωση της μοίρας τους, ωθούμενοι από τα πάθη τους, οδηγούνται με τη θέλησή τους στο χαμό.

Έργο νατουραλιστικό, γυρισμένο κατά το μεγαλύτερό του μέρος σε φυσικό περιβάλλον, έναν αιώνα περίπου μετά τη δημιουργία του, ξεχωρίζει με την πρωτοτυπία του. Στην Απληστία, το καδράρισμα, για πρώτη φορά στον κινηματογράφο, αποκτά προοπτική, για να εξελιχθεί δεκαεπτά χρόνια αργότερα, από τον Όρσον Γουέλς, σ’ αυτό που ονομάστηκε «βάθος πεδίου». Η σεκάνς του γάμου του MacTeague και της Trina, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη δυνατότητα που παρέχει η εστίαση βάθους (έστω και σε νηπιακό στάδιο). Εντός του δωματίου τελείται το μυστήριο του γάμου, αλλά ο θεατής δεν μπορεί να πάρει το βλέμμα του από το παράθυρο όπου περνά μία νεκρώσιμη πομπή και με την χρήση του αντιστικτικού μοντάζ, ο σκηνοθέτης προοικονομεί όχι μόνο την τραγική μοίρα του ζεύγους αλλά και όλων των ηρώων εν γένει. Ο Stroheim, ηθελημένα υιοθετεί τον απόλυτο ρεαλισμό, τόσο στην απεικόνιση της βίας, όσο κυρίως στον τρόπο με τον οποίο σκηνοθετεί τους ηθοποιούς του, από τους οποίους αφαιρεί την όποια υποκριτική μανιέρα είχαν επιβάλλει μέχρι τότε τα βωβά κινηματογραφικά πρότυπα.

Ακρωτηριασμένο κατά τα τρία πέμπτα και για το λόγο αυτό και κάπως απότομο στην αφηγηματική του ροή, η Απληστία ακόμα κι αν φαντάζει- ας μου επιτραπεί ο παραλληλισμός- σαν την Γκουέρνικα χωρίς τον ταύρο και το άλογο, δεν παύει ν’ αποτελεί σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου για τις καινοτομίες της αλλά κυρίως και για την ρεαλιστική αποτύπωση των πιο βίαιων ανθρώπινων ενστίκτων.

Εις το επανιδείν._ Μ.Β.

Advertisements

The tree of life (trailer)

Για το story θα έχετε διαβάσει αλλού. Τους διθυράμβους τους έχετε ακούσει. Απολαύστε λοιπόν για άλλη μια φορά την γοητευτικότερη υπόσχεση ενός σπάνιου καλλιτεχνήματος.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.

The Number 23 (2007) του Joel Schumacher ★

Αριθμοί και πάλι αριθμοί… Προσθέσεις, αφαιρέσεις, πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις με μοναδικό σκοπό να αποδείξουν ότι το σύμπαν το διαφεντεύει μία ανώτερη αριθμητική δύναμη… Λυπηθείτε μας…

Ο παραγνωρισμένος Jim Carrey αλλά και η εξαιρετική ως πρωταγωνίστρια του Sideways, Virginia Madsen, φαντάζουν απλοί διεκπεραιωτές ενός αδύναμου και αρκετά προβλέψιμου σεναρίου που βρίθει αμπελοφιλοσοφιών περί πεπρωμένου και θανάτου αλλά και αφελών συμπερασμάτων γύρω από τον αριθμό 23. Ο Joel Schumacher από την άλλη, αμήχανος και μπερδεμένος όσο ποτέ, μοιάζει κι αυτός χαμένος στις ανώφελες «πράξεις» του σεναριογράφου και παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του να προσδώσει στο φιλμ μία νουάρ αισθητική δείχνει από νωρίς στο θεατή την πόρτα της εξόδου.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.


Ο ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ (1975) του Woody Allen ★★★½

Love and Death / Κωμωδία. Σενάριο: Woody Allen Παίζουν: Woody Allen, Diane Keaton, Δέσπω Διαμαντίδου. Η.Π.Α. 1975. Διάρκεια: 85’

 Ο Μπόρις, το μικρότερο από τα τρία αδέρφια ενός Ρώσου μικρογαιοκτήμονα του 19ου αιώνα και δειλός εκ φύσεως, καλείται να πολεμήσει εναντίον του Ναπολέοντα. Ταυτόχρονα γοητεύεται από τη φιλοσοφία και την όμορφη ξαδέρφη του Σόνια.

Το Love and Death – παραφθορά του μυθιστορήματος του Τολστόι, Πόλεμος και Ειρήνη- πέραν πάσης αμφιβολίας αποτελεί σταθμό στην καριέρα του Woody Allen. Όχι φυσικά επειδή είναι η καλύτερη ταινία του (που δεν είναι) αλλά επειδή είναι η τελευταία από μια σειρά φαρσοκωμωδιών πριν τη μεγάλη του και πιο εσωστρεφή δημιουργία, τον τρομερό και φοβερό Νευρικό Εραστή.

Γυρισμένη το 1975, σε μια περίοδο που η Αμερική μετρούσε τις πληγές της (το 1973 θα αποσύρει τα στρατεύματά της από το Βιετνάμ), η φαρσοκωμωδία του Allen, αποτελεί πάνω απ’ όλα ένα καυστικό σχόλιο στον παραλογισμό του πολέμου. Μέσα από ένα καταπληκτικό εύρημα, δηλαδή την τοποθέτηση της δράσης σε χώρο και σε χρόνο παράταιρο, τη Ρωσία του 19ου αιώνα, καταφέρνει να αποκλιμακώσει την ένταση της εποχής και με χιουμοριστικό τρόπο να «μιλήσει» για τη ματαιότητα και το ανώφελο της ένοπλης σύγκρουσης, τους στρατιώτες-αθύρματα στα χέρια των ισχυρών και να αναγάγει τη δειλία στη μέγιστη στρατιωτική αρετή.

Ο πόλεμος αν και αποτελεί την κύρια θεματική στο όλο πόνημα του Allen, δεν κλέβει την παράσταση. Κι αυτό γιατί ο σκηνοθέτης μας επιφυλάσσει κι άλλες ευχάριστες εκπλήξεις. Έτσι με τον πάντα σαρκαστικό του τρόπο, ο Αμερικανοεβραίος δημιουργός, κονιορτοποιεί έννοιες σαν την αγάπη, τη φιλοσοφία ακόμα και τον θάνατο για να αποθεώσει τις σαρκικές απολαύσεις και τις εφήμερες σχέσεις και μας κάνει να αναφωνήσουμε με βεβαιότητα ότι ο Νευρικός Εραστής πριν τη Νέα Υόρκη έκανε μια στάση και από την Αγία Πετρούπολη…

love_and_death_1

Πέραν τούτων, ο Allen παραμένει πιστός στις μεγάλες του αγάπες. Εξηγούμαι: Η αξιοπερίεργη εμμονή στο Ντοστογιέφσκι – από τη μονομαχία που αποτελεί ουσιαστικά αντιγραφή

ολόκληρου κεφαλαίου των Δαιμονισμένων και το ζήτημα της αναγκαιότητας του φόνου που αναλύεται εκτενώς στο Έγκλημα και Τιμωρία ως και την ονομαστική αναφορά σε πλήθος έργων του-, αλλά και τα πιστά αντίγραφα πλάνων από ταινίες του Eisenstein και του Bergman, είναι ένα κλείσιμο του ματιού του Allen στο κοινό του και ταυτόχρονα ένας φόρος τιμής σε όλους αυτούς τους μεγάλους δημιουργούς που τον επηρέασαν (που μας επηρέασαν).  _Μ.Β.

GRAYSON (2004) του John Fiorella

(5/5)

Grayson 2004

Πλήθος κόσμου μαζεύεται για να αποχαιρετήσει το μεγαλύτερο ήρωα της Γης. Ο Μπάτμαν δεν ζει πια. Δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του. Η αστυνομία δεν καταφέρνει να ανακαλύψει τους δράστες και ο επικεφαλής δεν δείχνει ιδιαίτερο ζήλο. Ο στενότερος συνεργάτης του Μπάτμαν όμως,  δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Ο Ντικ Γκρέισον επανέρχεται στην ενεργό δράση και ξαναφορά τη στολή του Ρόμπιν. Εξαρχής αντιμετωπίζει δυσκολίες. Η αστυνομία αρνείται να συνεργαστεί μαζί του, ενώ η γυναίκα και η κόρη του τον εγκαταλείπουν. Παράλληλα, ο Σούπερμαν και η Γουόντερ Γούμαν εμποδίζουν τις έρευνές του και η σύγκρουση των πρώην συμμάχων είναι αναπόφευκτη. Η παρουσία του Γκριν Λάντερν ίσως αλλάξει κάποια δεδομένα. Παρόλες τις δυσκολίες ο Γκρέισον προχωρά και κηρύσει πόλεμο σε Τζόκερ, Πινγκουίνο, Γρίφο και Κατγούμαν. Με μοναδικό του σύμμαχο τον συνατξιούχο αρχηγό της αστυνομίας καi πεθερό του, Γκόρντον θα βρεθεί κοντά στην ανακάλυψη των δολοφόνων του Μπάτμαν. Ο Τζόκερ όμως δεν έχει πει την τελευταία του λέξη και θα προσπαθήσει να πλήξει την οικογένεια των εχθρών του. Η σύγκρουση που θα ακολουθήσει θα είναι επική…

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν στο ερασιτεχνικό φιλμ διάρκειας μόλις πεντέμιση λεπτών του Τζον Φιορέλα. Ο απίστευτος αυτός τύπος, λόγω της υπερβολικής του αγάπης για τα κόμικς γύρισε αυτό το αριστουργηματικό φιλμάκι. Όταν πρωτοβγήκε στο διαδίκτυο, οι φανς απαιτούσαν από τη Warner να γυρίσει ολοκληρωμένη ταινία με το συγκεκριμένο σενάριο, καθώς θα ήταν το απόλυτο έπος. Βέβαια, όλοι ξέρουμε πως ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε το Dark Knight. Παρόλα αυτά ο ερασιτέχνης Φιορέλα δίνει μαθήματα καθώς η ταινιούλα του έχει περισσότερο ενδιαφέρον από το Σούπερμαν 4 ή το Batman Forever. Επίσης, το ότι χρησιμοποιεί το Σούπερμαν και τη Γουόντερ Γούμαν σε σκοτεινούς ρόλους, ανεβάζει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού. Για τα πεντέμιση αυτά λεπτά, ξοδεύτηκαν αρκετές χιλιάδες δολάρια, έγινα ειδικά εφέ και έπαιξαν πραγματικοί ηθοποιοί με γνωστότερη την σούπερσταρ του αμερικανικού wrestling,  Kimberly Page στο ρόλο της Κάτγουμαν. Fan films έχουν γυριστεί πολλά, αλλά κανένα δεν έφτασε την αρτιότητα του Grayson. _ Α.Σ.

LITTLE MISS SUNSHINE των Jonathan Dayton και Valerie Faris

Little Miss Sunshine / κομεντί. Σενάριο: Michael Arndt. Πρωταγωνιστούν: Abigail Breslin, Greg Kinnear, Toni Collette, Steve Carell, Paul Dano, Alan Arkin. Η.Π.Α. 2006. Διάρκεια: 101′.

(4/5)

 

Ένας αποτυχημένος πατέρας που έχει βρει το μυστικό της επιτυχίας, μια νευρωτική μητέρα, ο ομοφυλόφιλος θείος και μελετητής του Προυστ με αυτοκτονικές τάσεις, ένας οπαδός του Νίτσε που έχει πάρει όρκο σιωπής, ένας ναρκομανής παππούς και ένα επτάχρονο κοριτσάκι που θέλει να πάει στα καλλιστεία διασχίζουν όλη την Αμερική για να πραγματοποιήσουν το όνειρο της τελευταίας.

Με μια πρώτη ματιά η ιστορία φαντάζει εξαιρετικά απλή… Μια δυσλειτουργική αμερικάνικη οικογένεια, ένα ταξίδι ουσιαστικά στο πουθενά και μια σειρά από ευτράπελα, είναι αρκετά για να σε οδηγήσουν  σε μια μέτρια κομεντί.

Ωστόσο το «Little Miss Sunshine» δεν είναι μια τυπική αμερικάνικη κωμωδία και αυτό το καταλαβαίνεις από την αρχή. Καταφέρνει να σε κερδίσει από το πρώτο πλάνο όχι τόσο με το έξυπνό της χιούμορ όσο με την αμεσότητα με την οποία επικοινωνεί τα μηνύματά της… Ο σύγχρονος Αμερικάνος προσπαθεί με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει το πολυπόθητο «american dream», σαρκάζοντας οτιδήποτε κινείται έξω από τα όρια της λογικής του αλλά και του σχεδίου που έχει χαράξει. Έχει αυτοπεποίθηση και δεν υπολογίζει τίποτα και κανέναν. Ταυτόχρονα όμως είναι ανίκανος να διαχειριστεί την ενδεχόμενη αποτυχία του, μετατρέποντας έτσι ο ίδιος, ουσιαστικά, το όνειρό του σε εφιάλτη. Μόνη λύση; Η αξιοπρέπειά του, η πίστη για μια καινούργια αρχή, η πίστη στην διαφορετικότητά του, μα πάνω απ’ όλα η πίστη στον συνάνθρωπο.

Όλα τα παραπάνω, ειπωμένα -είναι η αλήθεια- σε πλείστα άλλα έργα, είναι ικανά για να χαρακτηρίσουν την ταινία ως ένα μικρό διαμαντάκι; Ίσως και όχι. Κι εδώ ακριβώς έρχονται από τη μία να σε μαγέψουν οι καταπληκτικές ερμηνείες των  Alan Arkin  και της μικρής Abigail Breslin και από την άλλη να σε κερδίσει το εξαιρετικό αν και σε μερικά σημεία αντιφατικό «οσκαρικό» σενάριο. Με άμεσες (Προυστ, Νίτσε) όσο και έμμεσες αναφορές στο μοντερνισμό και στο μεταμοντερνισμό (στο τρίπτυχο αναγκαιότητα, αποφασιστικότητα και τυχαιότητα) η ταινία καταφέρνει τελικά σ’ αυτό που άλλες αποτυγχάνουν. Έχει λόγο ύπαρξης. _Μ.Β.

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ του Martin Scorsese

Taxi Driver / Δράμα. Σενάριο: Paul Schrader. Πρωταγωνιστούν: Robert De Niro, Jodie Foster, Harvey Keitel, Cybil Shepherd. Η.Π.Α. 1976. Διάρκεια: 113′.

(4/5)

Ένας οδηγός ταξί και βετεράνος του Βιετνάμ, ο Τράβις, περιπλανιέται στους κακόφημους νυχτερινούς δρόμους της Νέας Υόρκης. Αηδιασμένος από τη διαφθορά αποφασίζει να πάρει το νόμο στα χέρια του και να «ξεπλύνει» την πόλη από τα αποβράσματα.

 

Τρία χρόνια μετά τους «Κακόφημους δρόμους», ο Martin Scorsese επιστρέφει για να κάνει άλλη μια περιπλάνηση στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Και καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία σταθμό, μια ταινία που σημάδεψε μια δεκαετία, μια ταινία που τιμήθηκε με «Χρυσό φοίνικα» στις Κάννες αλλά και αγνοήθηκε επιδεικτικά από την αμερικανική Ακαδημία.

Πριν πενήντα περίπου χρόνια ο Αντώνης Σαμαράκης είχε γράψει: «Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών μας δεν ήτανε τόσο κοντά η μία στην άλλη όσο είναι σήμερα, κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήτανε τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο είναι σήμερα»[1]. Και πραγματικά αυτή η ρήση στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό σου καθώς βλέπεις  τον Τράβις, τον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας, να περιφέρεται στους πολύβουους δρόμους της Νέας Υόρκης αλλά η καρδιά του να είναι άδεια από συναισθήματα. Ακόμα και την κοπέλα που ερωτεύεται, την Μπέτσι (ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου, ξανθιά δηλαδή και όμορφη), υποσυνείδητα τη διώχνει πηγαίνοντάς τη στο πρώτο ραντεβού να δουν ταινία πορνό. Και μένει πάλι μόνος, άδειος από συναισθήματα και συντροφιά, όπως ο άδειος διάδρομος του συνεργείου ταξί. Μόνος λοιπόν περιφέρεται στους δρόμους της πόλης, στους κακόφημους όμως, στους ρυπαρούς, εκεί που συχνάζουν τα αποβράσματα και τα παρατηρεί. Παρατηρεί τη σαπίλα, τη διαφθορά. Και όσο πιο πολύ τριγυρνά στους δαιδαλώδεις δρόμους της Νέας Υόρκης τόσο περισσότερο χάνει τα λογικά του. Ο εχθρός τον έχει νικήσει, η μοναξιά έχει θριαμβεύσει. Η Ίρις, η δωδεκάχρονη πόρνη που θέλει να σώσει από τον προαγωγό της, είναι η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι. Γιατί η Ίρις, η μικρή Ίρις είναι η καμουφλαρισμένη αθωότητα που κινδυνεύει να χαθεί. Είναι η ανθρώπινη επαφή που συναντιέται πλέον στα δεκαπέντε λεπτά σαρκικής επαφής, απλά και ξεκάθαρα. Υπάρχει περίπτωση να σώσει τα προσχήματα ο Τράβις; Μα φυσικά. Πρέπει να λυτρώσει την πόλη απ’ τη διαφθορά, πρέπει να τη λυτρώσει από τους φαύλους ηγέτες… Η προσπάθειά του; Αποτυγχάνει. Μόνη λύτρωση τώρα, ο μαστροπός της Ίρις, αυτός που έκλεψε την αθωότητά της. Τα καταφέρνει. Η κάθαρση επέρχεται και ο φονιάς λατρεύεται ως ήρωας… Η υποκρισία της κοινωνίας σε όλο της το μεγαλείο. Το αμερικανικό όνειρο κατακερματίζεται καθώς συγκρούεται μετωπικά με ένα ταξί.

Ο Ντε Νίρο για να μπει στο «πετσί» του ρόλου δούλεψε ένα χρόνο περίπου ως ταξιτζής και πήγαινε συχνά σε ψυχιατρικές κλινικές παρατηρώντας τους ασθενείς. Το αποτέλεσμα; Μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και αυτή που ουσιαστικά τον καθιέρωσε στις συνειδήσεις μας ως έναν από τους κορυφαίους Αμερικανούς ηθοποιούς.

Ο σεναριογράφος της ταινίας Paul Schrader φημολογείται ότι έγραψε το σενάριο σε μια καταθλιπτική περίοδο της ζωής του, είχε προηγηθεί ένας χωρισμός και μια απόπειρα αυτοκτονίας!

Ο ίδιος o Scorsese, έπασχε – όσο διαρκούσαν τα γυρίσματα – από αϋπνίες όπως και ο Τράβις. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε στο έργο του. Η σκηνοθεσία εξαιρετική, δικαίως του χάρισε το «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάννες. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον Τράβις ως απλό παρατηρητή της σαπίλας, της διαφθοράς και όταν αποφασίζει να αναλάβει δράση τότε δημιουργείται η καταπληκτική καλτ σκηνή των φόνων.

Η ταινία προτάθηκε για 4 όσκαρ και δεν κέρδισε κανένα. Ο σκηνοθέτης θα περίμενε τριάντα περίπου χρόνια για να δει ένα έργο του να επιβραβεύεται (The Departed) από την αμερικανική ακαδημία κινηματογράφου.  Μ.Β.


[1] Αντώνης Σαμαράκης, «Ζητείται Ελπίς». 1η έκδοση 1954

ΝΥΧΤΑ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ του John Cassavetes

Opening night / Δράμα. Σενάριο: John Cassavetes. Πρωταγωνιστούν: Gena Rowlands, Ben Gazzara, Joan Blondell, Paul Stewart, John Cassavetes. Η.Π.Α. 1977. Διάρκεια: 144′.

(4,5/5)

 

Η Μυρτλ, διάσημη θεατρική ηθοποιός, έρχεται αντιμέτωπη με τα φαντάσματα της παρελθούσης νιότης της όταν μια θαυμάστριά της σκοτώνεται μπροστά της.


Η Νύχτα πρεμιέρας διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σ’ ένα θέατρο κι αυτό γιατί αφορά ένα θεατρικό έργο. Το θεατρικό έργο λοιπόν μιλά για μια ώριμη γυναίκα η οποία αισθάνεται απροστάτευτη, για μια γυναίκα η οποία θέλει να ερωτευτεί αλλά είναι πλέον αργά. Η Μυρτλ από τις αρχικές κιόλας πρόβες αρνείται, με παιδιάστικα καμώματα, να υποδυθεί τη συγκεκριμένη γυναίκα. «Δεν καταλαβαίνω αυτόν τον χαρακτήρα. Αν είχε κάτι να εκφράσει θα πιανόμουν τουλάχιστον απ’ αυτό. Θα είχα ένα λόγο να βρίσκομαι εδώ» μονολογεί ενώπιον της γηραιής σεναριογράφου. Η αλήθεια όμως δεν είναι αυτή και ο θεατής την αντιλαμβάνεται εξαρχής. Η Μυρτλ είναι η γυναίκα που υποδύεται, απλά δεν θέλει να το παραδεχθεί. Ίσως και να μην έχει τη δύναμη να το παραδεχθεί. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο φανταστικός χαρακτήρας της νεαρής κοπέλας να της τείνει χείρα βοηθείας και όχι να τη σπρώξει στα Τάρταρα όπως αυτή νομίζει. Η Μυρτλ είναι και αυτή μια απεγνωσμένη γυναίκα, είναι μια γυναίκα που πασχίζει να ερωτευτεί αλλά που οι άμυνες της και οι καταχρήσεις την εμποδίζουν να εξωτερικεύσει. Είναι όμως πάνω απ’ όλα μια ηθοποιός που έχει ανάγκη το θαυμασμό κι όχι την περιφρόνηση των άλλων και που για μία και ίσως και τελευταία φορά θέλει να αποδείξει ότι τη νύχτα πρεμιέρας «δεν είναι πολύ αργά».

Το αριστούργημα του Κασσαβέτη είναι μία εκ βαθέων ανάλυση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης μπρος στο φόβο των γηρατειών, στο φόβο της φθοράς του πνεύματος, του σώματος αλλά και στο φόβο της απεμπόλησης κυριαρχικών συναισθημάτων όπως ο έρωτας. Ταυτόχρονα όμως η ταινία αποτελεί και μια ανάλυση της ψυχοσύνθεσης του ηθοποιού πάνω στο σανίδι. Και ποιος θα μπορούσε να μιλήσει καλύτερα για τον ηθοποιό παρά ο Έλληνας Τζον Κασσαβέτης.

Η σκηνοθεσία λιτή, εστιάζει στους χαρακτήρες με τη συνεχή χρήση γκρο πλάνων και αναδεικνύεται μέσω του επιθετικού μοντάζ (απότομα κοψίματα). Οι ερμηνείες εξαιρετικές. Από τη συγκλονιστική εμβάθυνση στο ρόλο της Μυρτλ από την Τζίνα Ρόουλαντς (έλαβε αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου) ως τη δωρική ερμηνεία του Τζον Κασσαβέτη. Η ταινία όταν προβλήθηκε προκάλεσε αντιδράσεις και λοιδορήθηκε όσο λίγες από τους κριτικούς κι αυτό λόγω της διαμάχης που είχαν με τον Κασσαβέτη, σε τέτοιο σημείο που η ταινία να μην μπορεί να βρει διανομείς! Ωστόσο το ταξίδι στην κινηματογραφική αιωνιότητα άρχισε από το Φεστιβάλ Βερολίνου όπου ήταν και υποψήφια για Χρυσή Άρκτο.  Μ.Β.

ΤΟ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΜΠΟΡΝ του Paul Greengrass

The Bourne Ultimatum / Δράσης. Σενάριο: Tony Gilroy, Scott Z. Burns, George Nolfi, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Robert Ludlum. Πρωταγωνιστούν: Matt Damon, Julia Stiles, David Strathairn, Scott Glenn, Albert Finney. Η.Π.Α. 2007. Διάρκεια: 115′

(3,5/5)

Ο Jason Bourne, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη το λησμονημένο παρελθόν του, βρίσκεται για άλλη μια φορά στο «μάτι του κυκλώνα». Η δολοφονία ενός δημοσιογράφου και τα όσα αυτός του αποκαλύπτει, τον φέρνουν πιο κοντά στην ανακάλυψη του «Άγιου Δισκοπότηρου», της ταυτότητάς του…

Η αέναη μάχη μεταξύ του καλού και του κακού στο σύμπαν, είναι κι αυτή που καθορίζει την εξέλιξη του κόσμου. Ο άνθρωπος σ’ αυτήν τη διαμάχη δε μένει αμέτοχος. Αντιθέτως, η διαμάχη παίρνει σάρκα και οστά εντός του… Η θεωρία του μανιχαϊσμού σε όλο της το μεγαλείο…

Ο Bourne είναι μια φιγούρα τραγική. Εντός του συντελείται ένας ανηλεής πόλεμος μεταξύ καλού και κακού, η έκβαση του οποίου είναι αμφίβολη. Η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας, του ονόματος που κρύβεται πίσω από το κωδικό όνομα Jason Bourne είναι και η αλληγορική προσωποποίηση αυτής της μάχης. Η αποδοχή ή όχι από τον ήρωα, της προηγούμενής του ταυτότητας θα δώσει και την απάντηση στην έκβασή της.

Ξεπερνώντας τις μανιχαϊστικές επιρροές του σεναρίου, στεκόμαστε στην καταπληκτική σκηνοθεσία του Paul Greengrass, το δημιουργό των United 93 και Bloody Sunday, ο οποίος με τη χρήση της φορητής κάμερας  καταφέρνει να προσδώσει στην ταινία αμεσότητα αλλά και ένα κλειστοφοβικό κλίμα και με τη συνδρομή του νευρικού μοντάζ να την απογειώσει σε επίπεδα δράσης που καθηλώνουν. Άξιος συμπαραστάτης του σκηνοθέτη, ο Matt Damon που θαρρείς πως είναι γεννημένος γι’ αυτόν το ρόλο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, Jason Bourne χωρίς τον Matt Damon δεν θα υπήρχε. Καταφέρνει λοιπόν ο ηθοποιός, με την παραγνωρισμένη είναι η αλήθεια υποκριτική του δεινότητα, να εγείρει ένα νέο κινηματογραφικό είδωλο συντρίβοντας μια και καλή τη «στοιχειωμένη» εικόνα του ξεχωριστού Will Hunting.

Συνοψίζοντας, πέρα από το «εύπεπτο» φινάλε και τις όποιες σεναριακές ευκολίες που ως έναν βαθμό αποτελούν θυσία στο βωμό της αμείωτης δράσης, το τελεσίγραφο του Μπορν αποτελεί την γοητευτική πλευρά ενός είδους που έτεινε, όχι να εξαφανιστεί, αλλά να περιπέσει στην απόλυτη κινηματογραφική ανυποληψία.  Μ.Β.

Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ του Billy Wilder

Sunset Blvd. / Κοινωνική. Σενάριο: Charles Brackett, Billy Wilder, D.M. Marshman Jr. Πρωταγωνιστούν: William Holden, Gloria Swanson, Erich Von Stroheim, Nancy Olson. Η.Π.Α. 1950. Διάρκεια: 110′

(4,5/5)

Ο Τζο Γκίλις νεαρός, φιλόδοξος σεναριογράφος πνίγεται στα χρέη. Μια μοιραία συνάντηση με την ξεπεσμένη ντίβα του βωβού κινηματογράφου, Νόρμα Ντέσμοντ, που ζει απομονωμένη στην εγκαταλελειμμένη βίλα της με φαντάσματα του παρελθόντος, θα αλλάξει τη ζωή και των δύο μια για πάντα.

Ο κινηματογράφος ως μια κατεξοχήν λαϊκή τέχνη, υπό την έννοια ότι απευθύνεται στον απλό άνθρωπο κάθε κοινωνικής τάξης, θρησκείας αλλά και πνευματικού επιπέδου, είχε, έχει και θα έχει την δυνατότητα να δημιουργεί είδωλα. Στα πρώτα χρόνια αυτής της σύγχρονης τέχνης, στα χρόνια δηλαδή πριν την έλευση του ήχου, τίθεται στο επίκεντρο ο ήρωας – ηθοποιός. Μιλάμε για μια θεοποίηση του ηθοποιού, ο οποίος όμως δεν γίνεται γνωστός με το πραγματικό του όνομα αλλά με αυτό του χαρακτήρα που υποδύεται. Από το 1927 όμως και μετά τα πράγματα αλλάζουν. Η ομιλία στον κινηματογράφο είχε ως αποτέλεσμα τον εξανθρωπισμό του ηθοποιού. Ο ηθοποιός κατεβαίνει από το θεϊκό του βάθρο και αποκτά ανθρώπινες διαστάσεις. Κυριεύεται από πάθη τα οποία και δεν φοβάται να αποκαλύψει. Πολλοί λοιπόν ηθοποιοί που λατρεύονταν ως θρύλοι από το κοινό, με την έλευση του ήχου στο σινεμά περιήλθαν σε πλήρη ανυποληψία. Μία τέτοια περίπτωση είναι και της Νόρμα Ντέσμοντ, ο χαρακτήρας της οποίας αν και φανταστικός απεικονίζει με ρεαλιστικό τρόπο την παρακμή των παλιών ειδώλων.

Η Λεωφόρος της Δύσης είναι ένα πικρόχολο σχόλιο πάνω στον κόσμο του θεάματος, (γι’ αυτόν το λόγο άλλωστε λοιδορήθηκε τόσο από τους παραγωγούς του Hollywood) φτιαγμένη για να προκαλέσει αλλά και να συγκινήσει με τον ξεπεσμό, ηθικό και ψυχικό, των χαρακτήρων της. Ο Τζο (William Holden), ο νεαρός και φιλόδοξος σεναριογράφος, οπορτουνιστής ως το κόκαλο, δεν διστάζει να μετατραπεί σε ζιγκολό προκειμένου να εκπληρώσει το όνειρό του. Οι όποιοι ενδοιασμοί του, μόνο προσχηματικοί μπορούν να χαρακτηριστούν. Οι ηθικές του αξίες, εξ αρχής χαλαρές, κονιορτοποιούνται από την αγάπη του για το χρήμα. Συναισθηματικά ρηχός αρνείται στον εαυτό του τα αυτονόητα, να ζήσει δηλαδή ελεύθερος, απαλλαγμένος από την τυραννία της ύλης και της Νόρμα. Από την άλλη η Νόρμα (Gloria Swanson) ζει το όνειρο του παρελθόντος. Ένα όνειρο όμως που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Τυφλωμένη από τη λάμψη της παλιάς δόξας αλλά και τα καμώματα του υπερπροστατευτικού υπηρέτη της (τον υποδύεται το «ιερό τέρας» Erich Von Stroheim), αδυνατεί να δει τα αυτονόητα. Η φράση της «παραμένω μεγάλη, οι ταινίες έχουν μικρύνει» αντικατοπτρίζει πλήρως τον ασταθή ψυχικό της κόσμο.

Προορισμένη για την επιτυχία, η Λεωφόρος της Δύσης καταρρίπτει κάθε έννοια χώρου και χρόνου, κάθε έννοια ρεαλισμού. Γιατί πράγματι ποιος να το διανοηθεί ότι ένας νεκρός μπορεί να μιλάει, πόσο μάλλον να αφηγείται τη ζωή του! Η εναρκτήρια σεκάνς, μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη μας για την ιδιοφυία του Wilder που κατάφερε να μας χαρίσει την πρώτη «υποβρύχια λήψη» (με τη συνδρομή καθρεπτών).

Ο Wilder, ας μη γελιόμαστε, είναι ένας μετρ της σκηνοθεσίας. Αφήνει ένα αίσθημα μελαγχολίας να διαπνέει όλη την ταινία, από την εμφάνιση του «σιωπηλού» Buster Keaton, ως την αδυναμία του Cecil B. De Mille να βοηθήσει την Νόρμα. Πέραν τούτων όμως κατάφερε να επαναφέρει μια ηθοποιό (Swanson) ξεχασμένη για μια δεκαετία από το Hollywood και να αποσπάσει απ’ αυτήν μια bigger than life ερμηνεία. Η απόγνωσή της Νόρμα καθρεπτίζεται στο παγωμένο βλέμμα της Gloria Swanson, οι φιλοδοξίες της στην υπεροπτική της κίνηση. Κυρίες και κύριοι έτσι ακριβώς όπως παλιά, η Νόρμα Ντέσμοντ είναι η Gloria Swanson και το αντίστροφο. Η επιστροφή του ήρωα – ηθοποιού δύο δεκαετίες μετά είναι εκκωφαντική.  Μ.Β.

A SCANNER DARKLY του Richard Linklater

A scanner darkly / Επιστημονικής φαντασίας. Σενάριο: Richard Linklater, βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Philip K. Dick. Πρωταγωνιστούν: Keanu Reeves, Winona Ryder, Robert Downey Jr., Woody Harrelson. Η.Π.Α. 2006. Διάρκεια: 100′.

(3,5/5)

Αμερική 7 χρόνια μετά…Ο μυστικός αστυνομικός Bob Arctor (Reeves), η πραγματική ταυτότητα του οποίου παραμένει καλά κρυμμένη ακόμα και για τους ανωτέρους του,  έχει διεισδύσει σε μια ομάδα νεαρών ναρκομανών. Σκοπός του είναι να ανακαλύψει αυτούς που διακινούν την επικίνδυνη ναρκωτική ουσία Θ. Όταν όμως λάβει από τους προϊσταμένους τους την εντολή να παρακολουθεί τους «φίλους» του και κατ’ ουσία τον εαυτό του, τα πράγματα περιπλέκονται…

Πέντε χρόνια μετά το αμφιλεγόμενο «Waking life», ο Richard Linklater επαναλαμβάνει το πείραμα του «interpolated rotoscoping», δηλαδή της μεθόδου με την οποία οι ηθοποιοί μετατρέπονται σε animation φιγούρες. Αυτή τη φορά όμως ευτύχισε, μια και ως υπόβαθρο είχε τη νουβέλα του «πατέρα της επιστημονικής φαντασίας» Philip K. Dick. Ο Dick έγραψε το μυθιστόρημα το 1971 (εκδόθηκε το 1977) σε μια περίοδο που ήταν βυθισμένος στις αμφεταμίνες κι έτσι σε όλο το έργο κυρίαρχη είναι η παράνοια. Ωστόσο όπως ο ίδιος αποκαλύπτει σε μια συνέντευξή του στο Συνέδριο του βιβλίου επιστημονικής φαντασίας το 1977, το βιβλίο είναι ένα κοινωνικό και πολιτικό «κατηγορώ» της αμερικάνικης κυβέρνησης και των μεθόδων που χρησιμοποιούσε (παρακολουθήσεις ατόμων) για να χαλιναγωγήσει τα άτομα και ουσιαστικά να τα μετατρέψει σε άβουλα πιόνια στα συνηθισμένα παιχνίδια εξουσίας.

H προσπάθεια του Linklater είναι αξιοθαύμαστη αν αναλογιστεί κανείς ότι είναι η δεύτερη μόλις προσπάθεια μεταφοράς μυθιστορήματος του Dick στη μεγάλη οθόνη (είχε προηγηθεί το Blade runner που αποτελούσε μεταφορά του μυθιστορήματος Do androids dream of electric sheep?). Αλλά ταυτόχρονα πολλά ήταν και τα εχέγγυα της επιτυχίας αν αναλογιστεί κανείς πόσα διηγήματα του Dick έχουν γίνει κινηματογραφικές επιτυχίες (Total recall, Minority report, Screamers, Impostor, Paycheck, Abre los ojos ή το remake του, Vanilla sky).

 

Αναρωτιέμαι όμως αν η ταινία είχε γίνει πριν την 11 Σεπτεμβρίου του 2001 θα είχε την ανάλογη επιτυχία ή για να το θέσω καλύτερα θα μπορούσε να οδηγήσει το μυαλό σε άλλες σκέψεις; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Και εξηγούμαι…

Ο διαρκής αγώνας κατά των ναρκωτικών θυμίζει έντονα τη σταυροφορία Μπους εναντίον της τρομοκρατίας. Το «σύστημα» δηλαδή όλοι αυτοί που ουσιαστικά κινούν τα νήματα πίσω από τις κυβερνήσεις έχει θέσει ως στόχο τον αφανισμό των «κακών» (τώρα είναι οι τρομοκράτες Άραβες, παλιότερα οι κομμουνιστές στο Χόλυγουντ κλπ). Κι όσο το «σύστημα» εντέχνως αποτυγχάνει να ξετρυπώσει τους «κακούς» τόσο καταπατά τις ελευθερίες του ατόμου. Όταν όμως έχουν καεί και τα τελευταία εγκεφαλικά κύτταρα από την πνευματική και μη «πρέζα» είναι δυνατόν να σε απασχολεί που οι ανώτεροί σου επιδίδονται σε κυνήγι μαγισσών, αρνούμενοι να κοιτάξουν στον καθρέφτη για να βρουν τον ένοχο; Σε απασχολεί πως θα πάρεις την «πρέζα» σου! Στο έργο ο πρωταγωνιστής το λέει ξεκάθαρα η ουσία Θ. σημαίνει ουσία Θάνατος. Αλλά δεν πρόκειται για  βιολογικό θάνατο αλλά για πνευματικό και ψυχικό κατά πολύ πιο επώδυνο από το βιολογικό.

Έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση των θυγατέρων του Dick, o Linklater κατάφερε (κατά δήλωση των ιδίων) να μεταφέρει όσο πιο πιστά γινόταν το βιβλίο επί της μεγάλης οθόνης. Η ιδέα της χρωματισμένης απεικόνισης του φιλμ (άραγε το μεταφράζω σωστά;) λειτουργεί απολύτως ευεργετικά απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη ταινία κι αυτό γιατί με το συγκεκριμένο τρόπο ο Linklater καταφέρνει να χτίσει ένα εικονικό σύμπαν, μία εικονική πραγματικότητα όπως αυτή που βιώνουν οι ήρωες. Το εύρημα της απεικόνισης της «θολούρας» (στολής με την οποία επιτυγχάνεται η αλλαγή εκατοντάδων προσωπείων σε κλάσματα δευτερολέπτου για να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα του αστυνομικού – καταδότη) είναι εξαιρετικό. Η κοινωνική κριτική αγγίζει κόκκινο και ο Linklater παίρνει όλο το χειροκρότημα. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πλέον προσωπικότητα και προσπαθεί μεταχειριζόμενος διάφορα προσωπεία να ανταπεξέλθει στις κοινωνικές του συναναστροφές. Μα όταν ακόμη και αυτές τις λίγες στιγμές που το άτομο θα προσπαθήσει να απεκδυθεί το προσωπείο πίσω από το οποίο κρύβεται και να εγείρει πάνω του ένα είδωλο που σαν φοίνικας θα αναγεννηθεί από τις στάχτες του παλιού του εαυτού, πάντα θα υπάρχει ο καθοδηγητής που θα το ωθήσει ξανά στον «ορθό δρόμο».

Η όλη παραγωγή της ταινίας διήρκεσε περίπου 18 μήνες αν και ο Linklater υπολόγιζε τους μισούς. Το αποτέλεσμα, πιστεύω, δικαίωσε τον κόπο σκηνοθέτη και τεχνικών. Η ταινία δε σημείωσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και δίχασε κοινό και κριτικούς.  Μ.Β.