Είμαι ο Έρωτας ★★★

Io sono l’amore/Σινεφίλ. Σκηνοθεσία: Luca Guadagnino. Σενάριο: Luca Guadagnino. Πρωταγωνιστούν: Tilda Swinton, Flavio Parenti, Edoardo Gabbriellini. Ιταλία. 2009. Διάρκεια: 120′.

Ακολουθώντας τα χνάρια του Luchino Visconti, o Luca Guadagnino, στην τελευταία του δημιουργία, αποδομεί την άρχουσα αστική τάξη και ανυψώνει στη σφαίρα του «ηρωικού» και συνάμα «τραγικού» το προλεταριάτο.

Η Έμμα (Tilda Swinton), Ρωσίδα, σύζυγος του Ιταλού βιομήχανου Τανκρέντι Ρέκι (Pippo Delbono), παραγκωνισμένη από το σύζυγο της και την οικογένεια του, συνάπτει ερωτική σχέση με το φίλο του γιου της. Ωστόσο αυτή η ερωτική παραφορά της Έμμα, δεν είναι απόρροια μιας καταπιεσμένης σεξουαλικότητας, αλλά το αποτέλεσμα της χρόνιας καταπίεσης και απομόνωσης που της επέβαλλε το αυστηρό αριστοκρατικό περιβάλλον.

Ο Ιταλός σκηνοθέτης στήνει ολόκληρη την ταινία πάνω σε αυτήν την προαιώνια αντίθεση, του καταπιεστή και του καταπιεζόμενου. Καταπιεστής είναι η αριστοκρατική οικογένεια Ρέκι και καταπιεζόμενος η Έμμα και η κάθε Έμμα, που βρίσκεται, πλανημένη από έναν μεγάλο αλλοτινό έρωτα και από την εξουσία του χρήματος, στον λάκκο των λεόντων. Η ίδια η Έμμα φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ποτέ δεν πρόκειται να γίνει σαν κι αυτούς, ότι θα είναι αιωνίως μία αριστοκράτισσα «εξ αγχιστείας». Οι προσπάθειές της να νιώσει ελεύθερη έστω και για λίγο εστιάζονται στα μικρά ασήμαντα πράγματα. Όλες αποτυχημένες. Ώσπου γνωρίζει το φίλο του γιου της και όλα αλλάζουν, όλα παίρνουν μια διαφορετική τροπή. Η ίδια μεταμορφώνεται (εξωτερικά και εσωτερικά) και αρχίζει να βλέπει τον κόσμο υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Τότε ακριβώς καταλαβαίνει ότι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην απελευθέρωση είναι η υποταγή στο πάθος, η υποταγή στον έρωτα και παραδίνεται.

Το Είμαι ο Έρωτας, θα μπορούσε πράγματι να ήταν η ταινία της δεκαετίας, δεν είναι όμως και αυτό γιατί δεν πρωτοτυπεί. Κυρίως όμως δεν είναι, γιατί βασίζεται σε ένα αδύναμο σενάριο, που θαρρείς ότι βγήκε κατευθείαν από σαπουνόπερα. Καταφέρνει όμως να διασωθεί και αυτό το χρωστά σε δύο πράγματα. Από τη μία, στην ερμηνεία της Tilda Swinton, η οποία αν και μ’ ένα ψυχρό και όχι και τόσο θελκτικό παρουσιαστικό, καταφέρνει να σε πείσει ότι μπορεί να γίνει το αντικείμενο του πόθου. Και από την άλλη, στην πιστή στα διδάγματα των μεγάλων Ιταλών σκηνοθετών, κινηματογράφηση του Luca Guadagnino, η οποία εγκιβωτίζει στην μεγάλη οθόνη τον έρωτα όπως ακριβώς τον φανταζόμαστε, γεννημένο στο φως και τη φύση, προορισμένο όμως να οδηγήσει στο σκότος και τη λύπη.

Αλλά είπαμε, πριν από τον Guadagnino υπήρχε ο Visconti.

Εις το επανιδείν._ Μ.Β.

Advertisements

Η Λευκή Κορδέλα (2009) του Michael Haneke ★★★★½

Η αριστουργηματική Λευκή Κορδέλα (Das Weisse Band) του πολυβραβευμένου Michael Haneke, εντυπωσιάζει με την εικαστική της αρτιότητα και προβληματίζει με τη θεματική της.

Μέσα από μια σειρά βίαιων ξεσπασμάτων σ’ ένα γερμανικό χωριό των αρχών του 1914, ο Haneke ξεδιπλώνει το κουβάρι της βίας· το αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, η θρησκεία, ο φθόνος, η οικονομική ανέχεια, το γενετήσιο ένστικτο και κυρίως η διαφορετικότητα είναι οι αιτίες που τη γεννούν. Κινηματογραφώντας απέριττα ένα χιλιοειπωμένο (και από τον ίδιο) θέμα, ο Αυστριακός σκηνοθέτης καταφέρνει όχι να διασωθεί αλλά να θριαμβεύσει, απλά και μόνο γιατί υπονοεί τα αυτονόητα. Απλά και μόνο γιατί μας φέρνει όλους ενώπιον των ευθυνών μας και της ενοχής μας.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.

Ondine (2009) του Neil Jordan ★★★

Ακροβατώντας ανάμεσα στη φαντασία και τo ρεαλισμό, ο Neil Jordan με περίσσια μαεστρία, μας αφηγείται την ιστορία ενός αλκοολικού ψαρά που πιάνει στα δίχτυα του νεαρή γυναίκα, την οποία η κόρη του θεωρεί νύμφη της θάλασσας.

Από το «Παιχνίδι των Λυγμών» και τη «Συνέντευξη μ’ ένα Βρυκόλακα» ως και το «Πρόγευμα στον Πλούτωνα» ο Ιρλανδός σκηνοθέτης μας ενθουσίαζε με την κινηματογράφηση αιρετικών ηρώων και αναρχικών ιστοριών. Η «Ondine», το τελευταίο πόνημά του, χωρίς να προσεγγίζει την αρτιότητα των ανωτέρω ταινιών αλλά απαλλαγμένο από την ελαφρότητα του είδους της (ρομαντικό δράμα), καταφέρνει να σε κερδίσει και να σε συγκινήσει με την εκπληκτική φωτογραφία του Christopher Doyle και την προσπάθεια του σκηνοθέτη να προσθέσει μια παραμυθένια υφή στην πεζή πραγματικότητα.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ (1974) του Wim Wenders ★★★★

Alice in den Stadten / Κοινωνική. Σενάριο: Wim Wenders, Veith von Fürstenberg. Πρωταγωνιστούν:  Rudiger Vogler, Yella Rottlander. Δυτική Γερμανία. 1974. Διάρκεια: 110’


Ο Φίλιπ Βίντερ, Γερμανός δημοσιογράφος, περιδιαβαίνει την αμερικανική ενδοχώρα με σκοπό να γράψει ένα άρθρο. Η αποτυχία του εγχειρήματός του και η έλλειψη χρημάτων τον αναγκάζουν να εγκαταλείψει την Αμερική για την πατρίδα του. Στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, του «φορτώνεται» η μικρή Αλίκη, που η μητέρα της την έχει εγκαταλείψει. Μαζί θα επιστρέψουν στη Γερμανία και θ’ αρχίσουν την αναζήτηση της γιαγιάς της μικρής.

Η Αλίκη στις πόλεις, πρώτη ταινία της επονομαζόμενης τριλογίας της περιπλάνησης (θα ακολουθήσουν η Λάθος κίνηση και το Στο πέρασμα του χρόνου), σε συγκινεί και σε μαγεύει με την λιτότητα και την αμεσότητά της.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο κεντρικός ήρωας της ταινίας ο Φίλιπ είναι ένας μοναχικός άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που όπως παραδέχεται κι ο ίδιος έχει σταματήσει να βλέπει και να ακούει. Συντροφιά του, μια φωτογραφική μηχανή. Αυτή είναι και η μόνη του επαφή με την πραγματικότητα. Μόνο μέσω των φωτογραφιών μπορεί να αντιληφθεί ότι ζει. Στο σημείο της κατάπτωσης και της απόλυτης ψυχικής απογοήτευσης θα ζητήσει βοήθεια (έστω και ασυνείδητα) και θα τη λάβει. Η μικρή Αλίκη που όλως τυχαία (σχεδόν μ’ αυτήν τη θεοποιημένη ντοστογιεφσκική σύμπτωση) θα βρεθεί στο δρόμο του, είναι το έναυσμα για ζωή. Η Αλίκη είναι αυτή που ουσιαστικά τον απελευθερώνει, αυτή που θα του δώσει να καταλάβει ότι η ζωή δεν αποτυπώνεται σε μια φωτογραφία αλλά στα μάτια μας, στο μυαλό μας, στη μνήμη μας.

Δομημένη στις διαρκείς αντιθέσεις και σε μια σειρά από δίπολα θαρρείς πως είναι η σύνοψη όλων των μετέπειτα εμμονών του Wenders. Η Αμερική, η μεγάλη του αγάπη, η μεγάλη του εμμονή, ταυτόχρονα γοητευτική και αποκρουστική. Η Αμερική των αντιθέσεων φιλτράρεται μέσα από τη φωτογραφική μηχανή του Φίλιπ, alter ego του σκηνοθέτη (δεν πρέπει να ξεχνάμε την αγάπη του για την φωτογραφία), για να μας παρουσιαστεί μπροστά στα μάτια μας έτσι όπως ακριβώς είναι. Έρημη, απάνθρωπη, υλιστική. Σ’ αυτό το αποστεωμένο τοπίο, των αχανών εκτάσεων και των απρόσωπων ουρανοξυστών, υπάρχει μια αχτίδα φωτός, ένα πουλί, ένας άνθρωπος. Η φυγή όμως για την πατρίδα είναι αναπόφευκτη και δηλωτική της απογοήτευσης ήρωα-σκηνοθέτη από το αμερικανικό όνειρο. Η εκεί περιπλάνηση, τώρα όχι φιλτραρισμένη  μέσα από την Polaroid του Βίντερ είναι διαφορετική. Ο αναίτιος θυμός έχει δώσει τη θέση του στην αγάπη για τη ζωή, η οκνηρία και παραίτηση στην επιθυμία για δράση και περιπέτεια. Μια αδιόρατη ζεστασιά νιώθεις να πλημμυρίζει την καρδιά των ηρώων, οι οποίοι μετέωροι από τις εξελίξεις της αναζήτησής τους, μιας αναζήτησης αντονιονικής εμπνεύσεως (σαφής η αναφορά στην Περιπέτεια) επομένως και καθαρά προσχηματικής, επιζητούν ένα έρεισμα. Η αγάπη (και η τύχη θα προσθέταμε εμείς)  είναι τούτο, φαίνεται να μας ψιθυρίζει ο Wenders, αφήνοντας εμάς μετέωρους, σ’ ένα φινάλε αφηγηματικής πλήρωσης που δεν επιζητούσαμε. _Μ.Β.

AMARCORD του Federico Fellini

Amarcord / Κομεντί. Σενάριο: Federico Fellini, Tonino Guerra. Πρωταγωνιστούν: Bruno Zanin, Magali Noel, Luigi Rossi. Ιταλία – Γαλλία.  1973. Διάρκεια: 123’

(4/5)

 

Η αφίσα της ταινίας

Καθημερινά επεισόδια από τη ζωή των κατοίκων μιας μικρής επαρχιακής πόλης λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος

 

Ανάμνηση. Λέξη γλυκόπικρη όπως και τα βιώματά μας. Γεγονότα ευχάριστα και δυσάρεστα, φιλτραρισμένα μέσα από την προσωπική μας ματιά, σημαδεύουν ανεξίτηλα την μνήμη και μας καθοδηγούν στη μετέπειτα πορεία μας. Ο Φελίνι, φαίνεται να γνωρίζει καλά το ρόλο τους. Από τους   Vitelloni ως τη Roma και από το La Strada ως το 8 1/2, οι ταινίες του αποτελούσαν μια κάθοδο στον κόσμο των αναμνήσεων.

AMARCORD

Το Amarcord, επινόηση από τις λέξεις ricordare (θυμάμαι) και amaro (πικρό), αποτελεί την πιο προσωπική δημιουργία του Ιταλού σκηνοθέτη. Βασισμένη στις αναμνήσεις από τη γενέτειρά του, το Ρίμινι, η ταινία μας καλεί να λάβουμε μέρος σ’ ένα ονειρικό ταξίδι. Συνεπιβάτες μας ο δεκαπεντάχρονος Τίτα και η οικογένειά του, η θελκτική Γκραντίσκα, ο δικηγόρος-αφηγητής, η νυμφομανής Βολπίνα, η πληθωρική καπνοπώλισσα, ο ψεύτης Μπισέιν, ο ιερέας. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί προερχόμενοι από τα προσωπικά βιώματα του Φελίνι αλλά που ο καθένας μας μπορεί να βρει σ’ αυτούς ένα κομμάτι από το δικό του παρελθόν.

Ταυτόχρονα μέσα απ’ αυτούς τους χαρακτήρες, ο maestro περιγράφει πλήρως την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της Ιταλίας της δεκαετίας του ’30. Η άνοδος του φασισμού, η οικονομική ανέχεια, ακόμα και ο ίδιος ο θάνατος κινηματογραφούνται όμως με τέτοιο τρόπο που μας αφήνουν πάντα στο τέλος μια γλυκιά γεύση. Πώς το κατορθώνει αυτό; Με τις αντιθέσεις. Με τη συνεχή εναλλαγή σκηνών και το πέρασμα από τη φτώχια στον πλούτο, από το φασισμό στην αντίσταση για τη δημοκρατία αλλά και από το θάνατο σ’ ένα γάμο και τη νέα ζωή που αυτός ευαγγελίζεται, αντιλαμβανόμαστε το αυτονόητο, ότι η ζωή παρά τις δυσκολίες της και τις αναποδιές της παραμένει τόσο γλυκιά.

amarcord_boat1

Και σ’ αυτήν την ταινία κάνουν την εμφάνισή τους οι εμμονές του Φελίνι. Η γυναίκα, πληθωρική, άκρως ερωτική και ανικανοποίητη είναι ικανή να εξυψώσει έναν άντρα αλλά και να τον τρελάνει! Η καταπιεστική και υποκριτική εκκλησία (μέσα από το ρόλο του ιερέα) που αντί για αγάπη προκαλεί φόβο, για άλλη μια φορά φαίνεται ν’ αδυνατεί να καταλάβει τους ανθρώπους. Ο  ψεύτης που μας υπενθυμίζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι «την αλήθεια την φτιάχνει κανείς / ακριβώς όπως φτιάχνει το ψέμα» (Ελύτης). Και τέλος το αίσθημα της φυγής. Φυγή όμως όχι τόσο από τον κοινωνικό σου περίγυρο και τον τόπο όπου μεγαλώνεις όσο φυγή από την πραγματικότητα. Μόνο τότε θα νιώσεις πραγματικά ελεύθερος και θ’ αντιληφθείς την ομορφιά της ζωής, όταν αντιληφθείς την πραγματικότητα ως παραμύθι.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε τη μουσική του Νίνο Ρότα, τα υπέροχα κοστούμια και τα μαγευτικά σκηνικά (ποιός ξεχνά τη σκηνή με το υπερωκεάνιο Rex;)  τότε μιλάμε για ένα κομψοτέχνημα της 7ης τέχνης, για την τελευταία μεγάλη ταινία ενός μάγου της μεγάλης οθόνης που ωστόσο δεν μπορεί να συγκριθεί με την «ονειρική» τελειότητα του 8 ½ ή την παραληρηματική απεικόνιση  της Ρώμης στο Dolce Vita. _Μ.Β.

ΓΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του Ken Loach

Land and Freedom / Πολιτική. Σενάριο: Jim Allen. Πρωταγωνιστούν: Ian Hurt, Rosana Pastor, Iciar Bollain, Tom Gilroy. Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Γερμανία, Ιταλία 1995. Διάρκεια: 109′.

(4/5)

 

Μια νεαρή κοπέλα, με αφορμή το θάνατο του κομμουνιστή παππού της (Ian Hart), ψάχνει στα πράγματά του και ανακαλύπτει ότι το 1936 είχε πάει να πολεμήσει στην Ισπανία κατά του Φράνκο. Μέσα λοιπόν από τα προσωπικά του πράγματα, φωτογραφίες και αποκόμματα εφημερίδων ξετυλίγεται η ιστορία του νεαρού κομμουνιστή άνεργου.

Ο Λόουτς παρόλο που χτίζει όλη την ταινία γύρω από τον χαρακτήρα του Ian Hart εντούτοις δε δημιουργεί έναν ήρωα με «θεϊκή υπόσταση». Αυτό το αντιλαμβανόμαστε από την αρχή όταν και ο πρωταγωνιστής εξηγεί στη φίλη του τα κίνητρα που τον ωθούν να κάνει το ταξίδι. Γιατί πηγαίνει λοιπόν στην Ισπανία; Γιατί δεν έχει γυναίκα και παιδιά και γιατί είναι άνεργος! Κίνητρα εμποτισμένα με το στοιχείο της ανθρώπινης αδυναμίας.

Όπως προανέφερα ο χαρακτήρας του Ian Hart είναι ο πυρήνας της ταινίας γύρω από τον οποίο ο Λόουτς βρίσκει την ευκαιρία να κάνει ένα σχόλιο για τον κομμουνισμό, την αριστερά και τη διάσπασή της που σε τελική ανάλυση οδηγεί στη συντριβή της. Δύο τα χαρακτηριστικά και κομβικά σημεία στην ταινία:

Αφενός όταν μετά την απελευθέρωση ενός χωριού από τις δυνάμεις του Φράνκο, οι επαναστάτες συγκρούονται για το αν θα εφαρμόσουν τον κολεκτιβισμό. Έχουν χωθεί πίσω από ιδεολογικά χαρακώματα υφαίνοντας φανταστικούς εχθρούς, αγνοώντας τον πραγματικό εχθρό, τον Φράνκο.

Αφετέρου όταν καλούνται να αποφασίσουν αν θα ενταχθούν σε οργανωμένο στρατό ή όχι. Η σύγκρουση των επαναστατών είναι αναπόφευκτη. Αυτή τη φορά όμως η σύγκρουση δεν είναι λεκτική αλλά σώμα με σώμα. Τελικά ποιοι έχουν δίκιο; Οι σταλινικοί ή οι αγωνιστές του POUM (αντισταλινικό κίνημα); Ο ήρωας περιπλανιέται…

Έτσι περιπλανιόμαστε κι εμείς. Δεν είναι κακό να αλλάζεις ιδέες ούτε την άποψη σου πίσω από την οποία ήσουν περιχαρακωμένος (καταπληκτική και άκρως δηλωτική της μεταστροφής του ήρωα η σκηνή όπου σκίζει την ταυτότητα του κομμουνιστικού κόμματος). Η ιστορία θα σου δείξει το δρόμο, και η ιστορία θα δείξει αν ο αγώνας σου δικαιώθηκε. Γιατί κάθε αγώνας έχει νόημα και  περιμένει τη δικαίωσή του από το πλήρωμα του χρόνου, από τους μεταγενέστερους. Ωστόσο όποιος αδυνατεί να συντρίψει «ιδεολογικές εμμονές», αδυνατεί και να εγείρει ένα καινούριο αύριο. Ο εχθρός σε έχει καταστρέψει εκ των έσω!

Με ένα καταπληκτικό «αντίστροφο μοντάζ» ο Λόουτς μας αφηγείται την ιστορία του Ian Hart. Εστιάζει λίγο παραπάνω στην ιδεολογική διαμάχη των επαναστατών αδιαφορώντας ίσως για το γρήγορο της πλοκής. Η σκηνοθεσία είναι άρτια από έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους Ευρωπαίους σκηνοθέτες. Δεν κέρδισε το «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάννες και μάλλον δικαίως γιατί η ταινία δεν είναι -κατά την άποψή μου- ανώτερη ούτε από το «Underground» που κέρδισε ούτε από το «Βλέμμα του Οδυσσέα» που έπρεπε να κερδίσει.  Μ.Β.

Η ΕΚΛΕΙΨΗ του Michelangelo Antonioni

L’ eclisse / Σινεφίλ. Σενάριο: Michelangelo Antonioni, Tonino Guerra, Elio Bartolini, Ottiero Ottieri. Πρωταγωνιστούν: Alain Delon, Monica Vitti, Francisco Rabal. Ιταλία 1962. Διάρκεια: 112′

(5/5)

 

Ένα ζευγάρι χωρίζει. Η γυναίκα περιπλανιέται στην πόλη και βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά ενός νεαρού χρηματιστή.

 

Από πολλές απόψεις η Έκλειψη αποτελεί το ορόσημο μιας ολόκληρης δεκαετίας καθώς είναι η ταινία που ουσιαστικά καταρρίπτει όλες τις ως τότε καθιερωμένες κινηματογραφικές φόρμες. Σε μια εποχή (τέλη δεκαετίας του ’50 και αρχές του ‘60) που η καθεστηκυία τάξη απεχθάνεται οτιδήποτε νέο, που αναζητεί ξεπερασμένα ηθικά σύμβολα και ηθικές αξίες, η δημιουργία ενός τέτοιου καλλιτεχνήματος μπορεί να χαρακτηριστεί αιρετική. Και πραγματικά η Έκλειψη είναι μια δημιουργία αιρετική γιατί ξεφεύγει από τα καθιερωμένα , ξεφεύγει από τον ιταλικό νεορεαλισμό και δημιουργεί μια νέα τάση στον κινηματογράφο, το μοντερνισμό. Για την ακρίβεια εκτοξεύει το μοντερνισμό σε ύψη που καμιά άλλη ταινία δεν μπόρεσε μέχρι τις μέρες μας να φτάσει (η ταπεινή μου γνώμη).

Μέσα από μια ερωτική ιστορία, απλή στη σύλληψή της, ο Αντονιόνι καταφέρνει να αποτυπώσει με μοναδικό τρόπο το αστικό – βιομηχανικό τοπίο. Καταφέρνει με τον ιδιαίτερο τρόπο κινηματογράφησης να αποτυπώσει όσο καλύτερα γίνεται την ανθρώπινη μοναξιά της σύγχρονης κοινωνίας που κρύβεται καλά καμουφλαρισμένη πίσω από τις πολύβουες εικόνες της βιομηχανικής περιόδου που διανύουμε.

Η Έκλειψη αρχίζει όπως ακριβώς τελειώνει η Νύχτα, μ’ ένα χωρισμό. Η Βιτόρια (Monica Vitti) και ο κατά πολύ μεγαλύτερός της Ρικάρντο (Francisco Rabal) ύστερα από μια άυπνη νύχτα συζητήσεων (και όχι αναζητήσεων όπως στη Νύχτα) -αδιάψευστος μάρτυρας το γεμάτο αποτσίγαρα τασάκι- καταλαβαίνουν ότι η σχέση τους δεν οδηγεί πουθενά. Και με το πρώτο φως της μέρας που η Βιτόρια διστακτικά, είναι η αλήθεια, αφήνει να μπει μες στο δωμάτιο, έρχεται η ώρα των αποφάσεων. Το φως δίνει τη λύση, το φως ξεκαθαρίζει τα πράγματα. Το παραδέχεται και ο Ρικάρντο: «Πρέπει ν’ αποφασίσουμε». Και χωρίζουν…

Από τη σημείο αυτό αρχίζει η περιπλάνηση της Βιτόρια, που τελικά οδηγείται στο χρηματιστήριο όπου και γνωρίζει το γοητευτικό χρηματιστή της μητέρας της, τον Πιέρο (Alain Delon). Ο Πιέρο είναι ένας υπερόπτης νέος ταγμένος στο κυνήγι του χρήματος. Τα υλικά αγαθά τον ενδιαφέρουν πάνω απ’ όλα και δεν ντρέπεται να το ομολογήσει στη Βιτόρια. Η έλξη μεταξύ των δύο νέων δίνει την αφορμή στον Αντονιόνι να δημιουργήσει ένα δοκίμιο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. Μη σας ξεγελά το γεγονός της κινηματογράφησης ενός έρωτα. Ο έρωτας είναι απλώς η αφορμή, όλα όσα συμβαίνουν κατά τη διάρκειά του είναι και αυτά που μας ενδιαφέρουν. Η μανία δηλαδή για το χρήμα, ο θάνατος, η αδιαφορία για το συνάνθρωπο, η αποξένωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος βαδίζει πλέον μόνος του χωρίς συνοδοιπόρους. Αρνούμενος να πραγματοποιήσει τα αυτονόητα και να αντικρύσει την αλήθεια κατάματα προτιμά να κρύβεται πίσω από μία υποκριτική υπόσχεση. Όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται στα τελευταία μοναδικά επτά λεπτά, στα επτά λεπτά που οι Αμερικάνοι θέλησαν να αφαιρέσουν από την ταινία γιατί δεν τα καταλάβαιναν, στα επτά λεπτά της αισθητικής τελειότητας, στο καλύτερο φινάλε ταινίας που έχω δει.

Ως φόρο τιμής στον μεγάλο Ιταλό δημιουργό και κυριότερο εκπρόσωπο του ρεύματος του μοντερνισμού στον κινηματογράφο, παραθέτω την απάντηση που έδωσε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η κορυφαία του στιγμή στο σινεμά: «…Αν σας απαντούσα ερωτικά, η στιγμή που συνάντησα τη γυναίκα μου κι αν σας απαντούσα κινηματογραφικά η στιγμή που συνάντησα τον Αντονιόνι».  Μ.Β.

ΑΓΡΙΕΣ ΦΡΑΟΥΛΕΣ του Ingmar Bergman

Smultronstallet / Κοινωνική. Σενάριο: Ingmar Bergman. Πρωταγωνιστούν: Victor Sjostrom, Bibi Andersson, Ingrid Thulin. Σουηδία 1957. Διάρκεια: 91′.

(5/5)

Ένας ηλικιωμένος καθηγητής ιατρικής ταξιδεύει με το αυτοκίνητο από τη Στοκχόλμη στο Λουντ για να παραστεί στη βράβευσή για τα 50 χρόνια προσφοράς του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα προσπαθήσει να «συμφιλιωθεί» με το παρελθόν του.

Στην αέναη πάλη του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με την ιδέα του Θανάτου υπάρχει μόνο ένα δεκανίκι, η συμφιλίωση με το παρελθόν, με τις αναμνήσεις, όσο επώδυνες κι αν αυτές είναι. Αυτό ο Bergman φαίνεται να το γνωρίζει καλά.

Το ταξίδι του καθηγητή βρίθει συμβολισμών. Είναι ουσιαστικά μια πορεία προς το θάνατο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα αφεθεί σε ονειροπολήσεις που θα τον φέρουν πιο κοντά στην αλήθεια. Οι συμπεριφορές και τα λάθη του παρελθόντος που εμφανίζονται ως οράματα, είναι πικρά. Η αλήθεια είναι πικρή και προκαλεί πόνο. Πόνο ψυχικό που δεν θέλει να παραδεχθεί ότι νιώθει. Συναισθηματικά είναι ανίκανος. Είναι ανάλγητος, εγωιστής, άσπλαχνος. Υπάρχει άραγε λύση;

Η λύση υπάρχει και τη δίνουν οι γύρω μας. Έτσι και ο καθηγητής δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση. Η μοναξιά που τόσο καιρό επεδίωκε δεν είναι ευτυχία αλλά τιμωρία. Η συμφιλίωση με το γιο του και τη νύφη του είναι μονόδρομος και ίσως το μοναδικό φάρμακο για να επουλώσει πληγές του παρελθόντος.

Με την ταινία αυτή ο Bergman – κατά δήλωσή του- έτεινε χείρα συμφιλίωσης προς τους γονείς του, με τους οποίους δεν είχε και τις καλύτερες των σχέσεων. Από την άποψη αυτή ιδωμένη η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως και η πιο προσωπική του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εξαιρετικές και ειδικότερα του Victor Sjostrom (έγινε παγκοσμίως γνωστός ως σκηνοθέτης του βωβού κινηματογράφου), ο οποίος υποδύεται τον ηλικιωμένο καθηγητή. Η σκηνοθεσία είναι άψογη, με ορισμένες στιγμές καλλιτεχνικού μεγαλείου όπως η εξπρεσιονιστική σεκάνς του εφιάλτη, στην αρχή της ταινίας ή η ποιητική σεκάνς του τέλους.

Το 1958 η ταινία βραβεύτηκε με τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου.  Μ.Β.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ του Nicolas Roeg

Bad timing / Κοινωνική. Σενάριο: Yale Udoff. Πρωταγωνιστούν: Art Garfunkel, Theresa Russell, Harvey Keitel. Μεγάλη Βρετανία 1980. Διάρκεια: 123′.

(4/5)

Μια νεαρή Αμερικανίδα, η Μιλένα, μεταφέρεται στο νοσοκομείο ύστερα από μια απόπειρα αυτοκτονίας. Ο φίλος της Άλεξ, καθηγητής ψυχολογίας, βρίσκεται στο πλευρό της και ένας αστυνόμος αναζητά την αλήθεια…

Οι ήρωες του δράματος, η Μιλένα (Theresa Russel) και ο Άλεξ (Art Garfunkel), είναι δύο χαρακτήρες τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Η Μιλένα είναι αυθόρμητη, απελευθερωμένη και φιλική, ίσως και πέραν του δέοντος, απέναντι στον κοινωνικό της περίγυρο. Ο Άλεξ από την άλλη είναι ο σοβαρός, ο μετρημένος, ο σεμνός, αυτός που θέλει να ελέγχει την εξέλιξη των πραγμάτων αλλά στο τέλος γίνεται έρμαιο των επιθυμιών του. Η γνωριμία τους ήταν ανορθόδοξη, ήταν πέραν των συνηθισμένων, δηλωτική του χαρακτήρα του καθενός και των πρωτοβουλιών που μπορεί να αναλάβει. Ποιος είναι λοιπόν ο κοινός παρονομαστής αυτών των δύο αντιφατικών προσωπικοτήτων; Μα φυσικά το πάθος. Ένα πάθος αρρωστημένο. Ένα πάθος που με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί στην καταστροφή. Ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες στέκει εμβληματική η φιγούρα του αστυνόμου (Harvey Keitel). Τίποτα δεν αλλάζει στην ταινία του Roeg, ο προαιώνιος συμβολισμός παραμένει ο ίδιος. Ο αστυνόμος έρχεται σαν από μηχανής Θεός για να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη. Κι αυτό φαίνεται εξ αρχής όταν και προσπαθεί να ωθήσει τον Άλεξ σε ομολογία. Γιατί ο αστυνόμος γνωρίζει ότι η ομολογία είναι αυτή που θα λυτρώσει τον Άλεξ, είναι αυτή που θα τον περάσει αλώβητο από το «Καθαρτήριο» και θα τον οδηγήσει στον «Παράδεισο», στη σωτηρία της ψυχής του.

Η ταινία πάνω απ’ όλα είναι μια σπουδή στις ψυχές δύο ανθρώπων, στη ζωή ενός ζευγαριού, μια σπουδή σε μια παθιασμένη κι εξίσου αρρωστημένη σχέση. Ταυτόχρονα με τα παραπάνω, η ταινία εμφορείται από τις έννοιες της τέχνης, της πολιτικής αλλά και της ψυχανάλυσης. Αυτό επιτυγχάνεται με το να τοποθετείται η ιστορία του ζευγαριού στη Βιέννη, λίκνο του δυτικού πολιτισμού και η πόλη όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ο πατέρας της ψυχανάλησης Sigmund Freud, αλλά και στη γειτονική Μπρατισλάβα, πόλη σύμβολο του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Η σκηνοθεσία του Roeg κινείται σε υψηλά επίπεδα. Με αριστοτεχνική χρήση του αντίστροφου μοντάζ (αμέτρητα φλας μπακ) ανατρέπει τα καθιερωμένα κινηματογραφικά πρότυπα αφήγησης, καταστρατηγώντας κάθε έννοια του χρόνου. Και όλα αυτά χωρίς να μπερδεύει στο ελάχιστο τον θεατή, μια και το παρελθόν οριοθετείται ξεκάθαρα σε σχέση με το παρόν. Και τι είναι αυτό που το οριοθετεί; Μα φυσικά η παρουσία της Μιλένα.  Μ.Β.

Η ΤΙΜΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ του Lindsay Anderson

This sporting life / Κοινωνική. Σενάριο: David Storey, βασισμένο στο  ομότιτλο μυθιστόρημα του ίδιου. Πρωταγωνιστούν: Richard Harris, Rachel Roberts. Αγγλία 1963. Διάρκεια: 134′.

(4/5)


Ο Φρανκ (Richard Harris) εργάζεται ως ανθρακωρύχος και ταυτόχρονα προσπαθεί να γίνει επαγγελματίας παίκτης του ράγκμπι με σκοπό να αποκτήσει χρήματα και δόξα. Τις φιλοδοξίες του δε φαίνεται να τις συμμερίζεται η Μάργκαρετ (Rachel Roberts), νεαρή χήρα, στο σπίτι της οποίας διαμένει.

Μεταπολεμική Αγγλία και ο βρετανικός κινηματογράφος εστιάζει στη μεταφορά επί της μεγάλης οθόνης κλασικών λογοτεχνικών έργων. Ο Ντέιβιντ Λιν με τα αξεπέραστα Όλιβερ Τουίστ και Μεγάλες προσδοκίες και ο Μάικλ Πάουελ με τα εξαιρετικά  Κόκκινα Παπούτσια δημιουργούν απίστευτο ρεύμα και συμπαρασύρουν  στο διάβα τους πλείστους άλλους παραγωγούς και σκηνοθέτες. Όλα αυτά όμως μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’50. Τότε εμφανίστηκε μία ομάδα νέων σκηνοθετών με επικεφαλή κάποιον απόφοιτο της Οξφόρδης που άκουγε στο όνομα Lindsey Anderson. Σκοπός τους να αναδείξουν, στην αρχή με μικρού μήκους ταινίες τεκμηρίωσης, τα προβλήματα της βρετανικής κοινωνίας και κυρίως της βρετανικής εργατικής τάξης. Αργότερα η ομάδα αυτή προχωρά ένα βήμα πιο πέρα δημιουργώντας τις πρώτες μεγάλου μήκους ταινίες μυθοπλασίας, πάντα όμως με την ίδια θεματική. Αυτή η κίνηση των νεαρών σκηνοθετών ονομάστηκε free cinema, εξαιτίας μιας προβολής τριών ταινιών μικρού μήκους υπό αυτό τον τίτλο, έγινε όμως γνωστή κυρίως για τον επαναστατικό και ρεαλιστικό τρόπο κινηματογράφησης. Μία λοιπόν από τις σημαντικότερες ταινίες αυτού του ρεύματος είναι και η Τιμή ενός ανθρώπου, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Lindsay Anderson.

Η τιμή ενός ανθρώπου είναι ένα σπαραχτικό δράμα. Μέσα από τη ρεαλιστική «ματιά» του Anderson παρατηρούμε τον Φρανκ να ονειρεύεται την επιτυχία, να ονειρεύεται τον έρωτα και να κάνει τα πάντα για να τ’ αποκτήσει. Κι όταν τελικά τ’ αποκτά, είναι έτοιμος να τα διαλύσει, γιατί ο Φρανκ είναι γέννημα – θρέμμα της τάξης του, ένας φτωχός ανθρακωρύχος από το Γιορκσάιρ και τίποτα παραπάνω. Είναι αυτό που θέλησαν οι άλλοι να είναι. Είναι ένας Άγγλος εργάτης που γίνεται έρμαιο των Άγγλων αστών αλλά και των δικών του παθών. Όταν όμως το καταλαβαίνει είναι αργά. Όταν καταλαβαίνει ότι είναι ένα γρανάζι σε μια καλοδουλεμένη επιχείρηση θεάματος, δεν υπάρχει επιστροφή.

Από την άλλη η Μάργκαρετ προσκολλημένη ακόμα στον αποθανόντα σύζυγό της αρνείται όχι μόνο ν’ αγαπήσει αλλά και ν’ αγαπηθεί. Δεν θέλει να προδώσει την αγάπη στον άντρα της. Αλλά όταν τα συναισθήματα της φτάσουν στο σημείο που δεν έχει επιστροφή τότε είναι που κάνει και το συμβιβασμό με τον εαυτό της, ένα συμβιβασμό όμως που η κοινωνία αρνείται να δεχθεί.

Ο Anderson διαχειρίζεται άριστα το σενάριο του συγγραφέα David Storey και μας οδηγεί με αργά αλλά σταθερά βήματα σε μια έκρηξη συναισθημάτων και σε ένα λυτρωτικό φινάλε, εφάμιλλο αρχαίας τραγωδίας. Κινηματογραφεί με σκληρό ρεαλισμό το αστικό – βιομηχανικό περιβάλλον της αγγλικής επαρχίας είτε μέσα σε σκοτεινά δωμάτια είτε μέσα σε λάσπη. Εκεί δηλαδή που ζουν και δουλεύουν οι Άγγλοι εργάτες. Τέλος καταφέρνει να αποσπάσει από το πρωταγωνιστικό δίδυμο εκπληκτικές ερμηνείες. Ο Richard Harris κέρδισε το βραβείο ερμηνείας του Φεστιβάλ των Καννών και τιμήθηκε με μια υποψηφιότητα για Όσκαρ. Η ερμηνεία του σε πολλά σημεία θυμίζει κάτι από τη βίαιη ερμηνεία του Μπράντο στα έργα του Καζάν, χωρίς όμως κανενός ίχνους μιμητισμού.

Η ταινία όταν προβλήθηκε προκάλεσε πολλές αντιδράσεις λόγω κυρίως κάποιων βίαιων και ωμών, για την εποχή, ερωτικών σκηνών. Ωστόσο από όλους τους κριτικούς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες και πιο χαρακτηριστικές ταινίες του κινήματος.  Μ.Β.

ΣΤΗΝ ΤΥΧΗ Ο ΜΠΑΛΤΑΖΑΡ του Robert Bresson

Au hasard Balthazar / Σινεφίλ. Σενάριο: Robert Bresson. Πρωταγωνιστούν: Anne Wiazemski, Francois Lafarge, Philippe Asselin. Γαλλία 1966. Διάρκεια: 95′

(5/5)

Η ιστορία του Μπαλταζάρ, ενός γαϊδουριού, από τη γέννηση του ως το μαρτυρικό του θάνατο.

Μέσα από μια σειρά τραγικών γεγονότων όπως ο θάνατος ενός παιδιού, οι οικονομικές δυσκολίες μιας οικογένειας, η κακοποίηση ενός άδολου κοριτσιού που το μόνο που ζητούσε ήταν η αγάπη, ο φόνος ενός απόκληρου της ζωής που ξαφνικά του χαμογέλασε η τύχη, αντιλαμβανόμαστε την έννοια του Κακού ως κάτι το απόλυτα φυσικό.
Ο Μπαλταζάρ αναδεικνύεται σε παρατηρητή της ανθρώπινης παραφροσύνης και των παθών. Θαρρείς πώς όλο τον πόνο που συγκεντρώνει ο κάθε άνθρωπος, τον κουβαλά στις πλάτες του το δύσμοιρο γαϊδουράκι. Ταυτόχρονα ανεβαίνει το δικό του Γολγοθά υπομένοντας τη βάναυση συμπεριφορά του εκάστοτε αφεντικού του αλλά και των νέων που τον τυραννούν, για να βρει στο τέλος το θάνατο που αρμόζει σε κάθε σωτήρα, ήρεμο και γαλήνιο σ’ ένα λιβάδι. Από την άλλη το alter ego του Μπαλταζάρ, η Μαρί, που η ζωή της τόσο ομοιάζει με τη δική του, φαίνεται αδύναμη να αντιδράσει στην εξουσία του Αρσενικού με όποια μορφή κι αν αυτό παίρνει, είτε δηλαδή είναι ο αυστηρών αρχών πατέρας είτε ο νεαρός αλήτης είτε τέλος ο στερημένος από σαρκικές απολαύσεις γέρος. Κι η Μαρί δοκιμάζει την κακία των άλλων μόνο που για ‘κείνη δεν υπάρχει λύση. Σε μια ανδροκρατούμενη κοινότητα η συμπεριφορά της είναι παράταιρη. Είναι για όλους ένοχη και πρέπει να πληρώσει…
Ο Μπρεσόν δημιουργεί ένα κινηματογραφικό κομψοτέχνημα άκρως ρεαλιστικό, με έμφαση στα χονδροειδή αντικείμενα και στις απλές καθημερινές ανθρώπινες στιγμές. Ήρωάς του ένα ζώο που αδυνατεί να εκφράσει οποιοδήποτε συναίσθημα. Αυτή η ηθελημένη απουσία εκδήλωσης κάθε είδους συναισθήματος από τον πρωταγωνιστή της ταινίας, έχει ένα και μόνο σκοπό, να μας επικοινωνήσει ο σκηνοθέτης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το μήνυμά του. Το κακό βρίσκεται παντού, βρίσκεται μέσα μας. Ο άνθρωπος είναι ικανός για τις χειρότερες πράξεις.
Το αριστούργημα του Γάλλου καλλιτέχνη με τις 13 ταινίες στα 40 χρόνια καριέρας, μετατρέπεται από απλή περιγραφή των περιπετειών ενός ζώου σε μια πραγματεία για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο σκηνοθέτης αφήνοντας στην άκρη σκηνοθετικά τρικ και εντυπωσιασμούς, μας μαγεύει κάνοντας αυτό που πολλοί συνάδελφοί του αγνοούν… Κινηματογραφεί.  Μ.Β.