Οι κυνηγοί ★★★★

Σινεφίλ. Σκηνοθεσία: Θόδωρος Αγγελόπουλος. Σενάριο: Θόδωρος Αγγελόπουλος, Στρατής Καρράς (συνεργασία). Φωτογραφία: Γιώργος Αρβανίτης. Μουσική: Λουκιανός Κηλαηδόνης. Πρωταγωνιστούν: Βαγγέλης Καζάν, Μπέτυ Βαλάσση, Γ. Δάνης, Μαίρη Χρονοπούλου, Ηλίας Σταματίου, Αλίκη Γεωργούλη, Νίκος Κούρος, Εύα Κοταμανίδου, Στράτος Παχής, Χριστόφορος Κ. Νέζερ, Δημήτρης Καμπερίδης, Λουκάς Χρέλιας, Τάκης Δουκάκος, Βασίλης Τσάγκλος, Γιώργος Τζιφός, Αλέκος Αργυρίου. Ελλάδα. 1977. Διάρκεια: 165′.


Λίμνη Παμβώτιδα. Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1977. Έξι κυνηγοί βρίσκουν το πτώμα ενός αντάρτη μες στα χιόνια. Το αίμα του είναι ακόμα νωπό. Οι κυνηγοί μεταφέρουν το νεκρό στο ξενοδοχείο όπου έχουν καταλύσει. Εκεί, γύρω από το πτώμα του αντάρτη και ενώπιον της τοπικής αρχής, θ’ αρχίσει ένα περίεργο ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την Ιστορία, με τα χαμένα ιδανικά και τις χαμένες ευκαιρίες.

Οι Κυνηγοί αποτελούν το τρίτο μέρος μιας άτυπης τριλογίας, με τις Μέρες του ’36 και το Θίασο να προηγούνται. Ολοκληρώνεται έτσι ένας θεματικός κύκλος στο μέχρι τότε έργο του Αγγελόπουλου, μια ενδοσκόπηση στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία από το 1936 έως το 1976.

Κεντρικοί ήρωες της ταινίας, οι έξι κυνηγοί, εκπρόσωποι όλοι τους της αστικής τάξης στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Μπροστά στο άψυχο (;) σώμα του αντάρτη θα στηθεί ένα λαϊκό δικαστήριο. Κατήγορος είναι η Ιστορία και κατηγορούμενοι οι κυνηγοί, οι οποίοι και καλούνται να απολογηθούν για τα λάθη του παρελθόντος, τους συμβιβασμούς τους και τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους. Εκεί στο χώρο του ξενοδοχείου, στο χώρο της οιονεί ανάκρισης οι κυνηγοί βιώνουν όλα αυτά που διηγούνται περνώντας σε μια άλλη πραγματικότητα, παράλληλη με το τώρα και άμεσα συνδεδεμένη με το χθες. Και ο συμβολισμός με τον νέο χρόνο, η έλευση του οποίου αδυνατεί να σβήσει τα παρελθόντα, ξεκάθαρος.

Κι αυτό το στοιχείο του φανταστικού είναι η πρωτοτυπία στο έργο του Αγγελόπουλου σε σχέση όχι τόσο με τον Θίασο που το φανταστικό έκανε αισθητή την παρουσία του (έστω και ισχνά) μέσω του συγκερασμού ιστορίας και μύθου (των Ατρειδών), όσο με τις Μέρες του ’36 όπου η Ιστορία εμφανίζεται σε καθαρά ρεαλιστικά πλαίσια.

Ο Αγγελόπουλος εδώ, χωρίς σκηνοθετικά τρικ, με επιρροές ξεκάθαρες τόσο από  τον Antonioni όσο κι από τον Bunuel, και με εφόδιο το απαράμιλλο καλλιτεχνικό αισθητήριο του καταφέρνει να συνδέσει το χθες με το σήμερα. Δεν αναζητά τις αιτίες ή τις αφορμές γιατί τις έχει βρει. Η αστική τάξη, που κυβερνά στην Ελλάδα από το ’49 και μετά είναι υπεύθυνη για τα “δεινά” του τόπου. Η αστική τάξη που αδυνατεί όχι να καταλάβει τις επιθυμίες του λαού αλλά ακόμα και να τις ακούσει. Η απουσία του λαού από τα όργανα της εξουσίας (λαοκρατία) αλλά κυρίως η απουσία της ελπίδας αποστερεί απ’ την Ελλάδα να καταπολεμήσει τις παιδικές της ασθένειες. Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αδυναμία του έργου του, η μόνη αδυναμία, καθώς αντιλαμβάνεται την Ιστορία σαν μια διαρκή επανάληψη γεγονότων. Γι αυτό και οι χαρακτήρες στη συγκεκριμένη ταινία ολισθαίνουν συνεχώς στα ίδια παραπτώματα. Για τον Αγγελόπουλο ο αποστάτης θα παραμένει πάντα αποστάτης, σε όλες του τις πράξεις και ο “ανανήψας αριστερός» θα παραμένει ένας προδότης για όλους, αριστερούς και δεξιούς, μετέωρος ανάμεσα σε μια ιδεολογία που ποτέ δεν μπόρεσε να υπηρετήσει και στο ρασιοναλισμό του «σήμερα». Ο σκηνοθέτης αδυνατεί τουλάχιστον σ’ αυτό του το έργο να παραδεχτεί το αυτονόητο, τη μέγιστη ανθρώπινη δύναμη και δυνατότητα, αυτή της αλλαγής.

Παρόλα αυτά οι Κυνηγοί στέκουν εμβληματικοί καθηλώνοντάς μας με την άρτια κινηματογράφηση, τη θεατρικότητά τους αλλά κυρίως με την πρωτοτυπία του θέματος.

Εις το επανιδείν. _ Μ.Β.

Ο ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ (1975) του Woody Allen ★★★½

Love and Death / Κωμωδία. Σενάριο: Woody Allen Παίζουν: Woody Allen, Diane Keaton, Δέσπω Διαμαντίδου. Η.Π.Α. 1975. Διάρκεια: 85’

 Ο Μπόρις, το μικρότερο από τα τρία αδέρφια ενός Ρώσου μικρογαιοκτήμονα του 19ου αιώνα και δειλός εκ φύσεως, καλείται να πολεμήσει εναντίον του Ναπολέοντα. Ταυτόχρονα γοητεύεται από τη φιλοσοφία και την όμορφη ξαδέρφη του Σόνια.

Το Love and Death – παραφθορά του μυθιστορήματος του Τολστόι, Πόλεμος και Ειρήνη- πέραν πάσης αμφιβολίας αποτελεί σταθμό στην καριέρα του Woody Allen. Όχι φυσικά επειδή είναι η καλύτερη ταινία του (που δεν είναι) αλλά επειδή είναι η τελευταία από μια σειρά φαρσοκωμωδιών πριν τη μεγάλη του και πιο εσωστρεφή δημιουργία, τον τρομερό και φοβερό Νευρικό Εραστή.

Γυρισμένη το 1975, σε μια περίοδο που η Αμερική μετρούσε τις πληγές της (το 1973 θα αποσύρει τα στρατεύματά της από το Βιετνάμ), η φαρσοκωμωδία του Allen, αποτελεί πάνω απ’ όλα ένα καυστικό σχόλιο στον παραλογισμό του πολέμου. Μέσα από ένα καταπληκτικό εύρημα, δηλαδή την τοποθέτηση της δράσης σε χώρο και σε χρόνο παράταιρο, τη Ρωσία του 19ου αιώνα, καταφέρνει να αποκλιμακώσει την ένταση της εποχής και με χιουμοριστικό τρόπο να «μιλήσει» για τη ματαιότητα και το ανώφελο της ένοπλης σύγκρουσης, τους στρατιώτες-αθύρματα στα χέρια των ισχυρών και να αναγάγει τη δειλία στη μέγιστη στρατιωτική αρετή.

Ο πόλεμος αν και αποτελεί την κύρια θεματική στο όλο πόνημα του Allen, δεν κλέβει την παράσταση. Κι αυτό γιατί ο σκηνοθέτης μας επιφυλάσσει κι άλλες ευχάριστες εκπλήξεις. Έτσι με τον πάντα σαρκαστικό του τρόπο, ο Αμερικανοεβραίος δημιουργός, κονιορτοποιεί έννοιες σαν την αγάπη, τη φιλοσοφία ακόμα και τον θάνατο για να αποθεώσει τις σαρκικές απολαύσεις και τις εφήμερες σχέσεις και μας κάνει να αναφωνήσουμε με βεβαιότητα ότι ο Νευρικός Εραστής πριν τη Νέα Υόρκη έκανε μια στάση και από την Αγία Πετρούπολη…

love_and_death_1

Πέραν τούτων, ο Allen παραμένει πιστός στις μεγάλες του αγάπες. Εξηγούμαι: Η αξιοπερίεργη εμμονή στο Ντοστογιέφσκι – από τη μονομαχία που αποτελεί ουσιαστικά αντιγραφή

ολόκληρου κεφαλαίου των Δαιμονισμένων και το ζήτημα της αναγκαιότητας του φόνου που αναλύεται εκτενώς στο Έγκλημα και Τιμωρία ως και την ονομαστική αναφορά σε πλήθος έργων του-, αλλά και τα πιστά αντίγραφα πλάνων από ταινίες του Eisenstein και του Bergman, είναι ένα κλείσιμο του ματιού του Allen στο κοινό του και ταυτόχρονα ένας φόρος τιμής σε όλους αυτούς τους μεγάλους δημιουργούς που τον επηρέασαν (που μας επηρέασαν).  _Μ.Β.

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ (1974) του Wim Wenders ★★★★

Alice in den Stadten / Κοινωνική. Σενάριο: Wim Wenders, Veith von Fürstenberg. Πρωταγωνιστούν:  Rudiger Vogler, Yella Rottlander. Δυτική Γερμανία. 1974. Διάρκεια: 110’


Ο Φίλιπ Βίντερ, Γερμανός δημοσιογράφος, περιδιαβαίνει την αμερικανική ενδοχώρα με σκοπό να γράψει ένα άρθρο. Η αποτυχία του εγχειρήματός του και η έλλειψη χρημάτων τον αναγκάζουν να εγκαταλείψει την Αμερική για την πατρίδα του. Στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, του «φορτώνεται» η μικρή Αλίκη, που η μητέρα της την έχει εγκαταλείψει. Μαζί θα επιστρέψουν στη Γερμανία και θ’ αρχίσουν την αναζήτηση της γιαγιάς της μικρής.

Η Αλίκη στις πόλεις, πρώτη ταινία της επονομαζόμενης τριλογίας της περιπλάνησης (θα ακολουθήσουν η Λάθος κίνηση και το Στο πέρασμα του χρόνου), σε συγκινεί και σε μαγεύει με την λιτότητα και την αμεσότητά της.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο κεντρικός ήρωας της ταινίας ο Φίλιπ είναι ένας μοναχικός άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που όπως παραδέχεται κι ο ίδιος έχει σταματήσει να βλέπει και να ακούει. Συντροφιά του, μια φωτογραφική μηχανή. Αυτή είναι και η μόνη του επαφή με την πραγματικότητα. Μόνο μέσω των φωτογραφιών μπορεί να αντιληφθεί ότι ζει. Στο σημείο της κατάπτωσης και της απόλυτης ψυχικής απογοήτευσης θα ζητήσει βοήθεια (έστω και ασυνείδητα) και θα τη λάβει. Η μικρή Αλίκη που όλως τυχαία (σχεδόν μ’ αυτήν τη θεοποιημένη ντοστογιεφσκική σύμπτωση) θα βρεθεί στο δρόμο του, είναι το έναυσμα για ζωή. Η Αλίκη είναι αυτή που ουσιαστικά τον απελευθερώνει, αυτή που θα του δώσει να καταλάβει ότι η ζωή δεν αποτυπώνεται σε μια φωτογραφία αλλά στα μάτια μας, στο μυαλό μας, στη μνήμη μας.

Δομημένη στις διαρκείς αντιθέσεις και σε μια σειρά από δίπολα θαρρείς πως είναι η σύνοψη όλων των μετέπειτα εμμονών του Wenders. Η Αμερική, η μεγάλη του αγάπη, η μεγάλη του εμμονή, ταυτόχρονα γοητευτική και αποκρουστική. Η Αμερική των αντιθέσεων φιλτράρεται μέσα από τη φωτογραφική μηχανή του Φίλιπ, alter ego του σκηνοθέτη (δεν πρέπει να ξεχνάμε την αγάπη του για την φωτογραφία), για να μας παρουσιαστεί μπροστά στα μάτια μας έτσι όπως ακριβώς είναι. Έρημη, απάνθρωπη, υλιστική. Σ’ αυτό το αποστεωμένο τοπίο, των αχανών εκτάσεων και των απρόσωπων ουρανοξυστών, υπάρχει μια αχτίδα φωτός, ένα πουλί, ένας άνθρωπος. Η φυγή όμως για την πατρίδα είναι αναπόφευκτη και δηλωτική της απογοήτευσης ήρωα-σκηνοθέτη από το αμερικανικό όνειρο. Η εκεί περιπλάνηση, τώρα όχι φιλτραρισμένη  μέσα από την Polaroid του Βίντερ είναι διαφορετική. Ο αναίτιος θυμός έχει δώσει τη θέση του στην αγάπη για τη ζωή, η οκνηρία και παραίτηση στην επιθυμία για δράση και περιπέτεια. Μια αδιόρατη ζεστασιά νιώθεις να πλημμυρίζει την καρδιά των ηρώων, οι οποίοι μετέωροι από τις εξελίξεις της αναζήτησής τους, μιας αναζήτησης αντονιονικής εμπνεύσεως (σαφής η αναφορά στην Περιπέτεια) επομένως και καθαρά προσχηματικής, επιζητούν ένα έρεισμα. Η αγάπη (και η τύχη θα προσθέταμε εμείς)  είναι τούτο, φαίνεται να μας ψιθυρίζει ο Wenders, αφήνοντας εμάς μετέωρους, σ’ ένα φινάλε αφηγηματικής πλήρωσης που δεν επιζητούσαμε. _Μ.Β.

AMARCORD του Federico Fellini

Amarcord / Κομεντί. Σενάριο: Federico Fellini, Tonino Guerra. Πρωταγωνιστούν: Bruno Zanin, Magali Noel, Luigi Rossi. Ιταλία – Γαλλία.  1973. Διάρκεια: 123’

(4/5)

 

Η αφίσα της ταινίας

Καθημερινά επεισόδια από τη ζωή των κατοίκων μιας μικρής επαρχιακής πόλης λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος

 

Ανάμνηση. Λέξη γλυκόπικρη όπως και τα βιώματά μας. Γεγονότα ευχάριστα και δυσάρεστα, φιλτραρισμένα μέσα από την προσωπική μας ματιά, σημαδεύουν ανεξίτηλα την μνήμη και μας καθοδηγούν στη μετέπειτα πορεία μας. Ο Φελίνι, φαίνεται να γνωρίζει καλά το ρόλο τους. Από τους   Vitelloni ως τη Roma και από το La Strada ως το 8 1/2, οι ταινίες του αποτελούσαν μια κάθοδο στον κόσμο των αναμνήσεων.

AMARCORD

Το Amarcord, επινόηση από τις λέξεις ricordare (θυμάμαι) και amaro (πικρό), αποτελεί την πιο προσωπική δημιουργία του Ιταλού σκηνοθέτη. Βασισμένη στις αναμνήσεις από τη γενέτειρά του, το Ρίμινι, η ταινία μας καλεί να λάβουμε μέρος σ’ ένα ονειρικό ταξίδι. Συνεπιβάτες μας ο δεκαπεντάχρονος Τίτα και η οικογένειά του, η θελκτική Γκραντίσκα, ο δικηγόρος-αφηγητής, η νυμφομανής Βολπίνα, η πληθωρική καπνοπώλισσα, ο ψεύτης Μπισέιν, ο ιερέας. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί προερχόμενοι από τα προσωπικά βιώματα του Φελίνι αλλά που ο καθένας μας μπορεί να βρει σ’ αυτούς ένα κομμάτι από το δικό του παρελθόν.

Ταυτόχρονα μέσα απ’ αυτούς τους χαρακτήρες, ο maestro περιγράφει πλήρως την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της Ιταλίας της δεκαετίας του ’30. Η άνοδος του φασισμού, η οικονομική ανέχεια, ακόμα και ο ίδιος ο θάνατος κινηματογραφούνται όμως με τέτοιο τρόπο που μας αφήνουν πάντα στο τέλος μια γλυκιά γεύση. Πώς το κατορθώνει αυτό; Με τις αντιθέσεις. Με τη συνεχή εναλλαγή σκηνών και το πέρασμα από τη φτώχια στον πλούτο, από το φασισμό στην αντίσταση για τη δημοκρατία αλλά και από το θάνατο σ’ ένα γάμο και τη νέα ζωή που αυτός ευαγγελίζεται, αντιλαμβανόμαστε το αυτονόητο, ότι η ζωή παρά τις δυσκολίες της και τις αναποδιές της παραμένει τόσο γλυκιά.

amarcord_boat1

Και σ’ αυτήν την ταινία κάνουν την εμφάνισή τους οι εμμονές του Φελίνι. Η γυναίκα, πληθωρική, άκρως ερωτική και ανικανοποίητη είναι ικανή να εξυψώσει έναν άντρα αλλά και να τον τρελάνει! Η καταπιεστική και υποκριτική εκκλησία (μέσα από το ρόλο του ιερέα) που αντί για αγάπη προκαλεί φόβο, για άλλη μια φορά φαίνεται ν’ αδυνατεί να καταλάβει τους ανθρώπους. Ο  ψεύτης που μας υπενθυμίζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι «την αλήθεια την φτιάχνει κανείς / ακριβώς όπως φτιάχνει το ψέμα» (Ελύτης). Και τέλος το αίσθημα της φυγής. Φυγή όμως όχι τόσο από τον κοινωνικό σου περίγυρο και τον τόπο όπου μεγαλώνεις όσο φυγή από την πραγματικότητα. Μόνο τότε θα νιώσεις πραγματικά ελεύθερος και θ’ αντιληφθείς την ομορφιά της ζωής, όταν αντιληφθείς την πραγματικότητα ως παραμύθι.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε τη μουσική του Νίνο Ρότα, τα υπέροχα κοστούμια και τα μαγευτικά σκηνικά (ποιός ξεχνά τη σκηνή με το υπερωκεάνιο Rex;)  τότε μιλάμε για ένα κομψοτέχνημα της 7ης τέχνης, για την τελευταία μεγάλη ταινία ενός μάγου της μεγάλης οθόνης που ωστόσο δεν μπορεί να συγκριθεί με την «ονειρική» τελειότητα του 8 ½ ή την παραληρηματική απεικόνιση  της Ρώμης στο Dolce Vita. _Μ.Β.

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ του Martin Scorsese

Taxi Driver / Δράμα. Σενάριο: Paul Schrader. Πρωταγωνιστούν: Robert De Niro, Jodie Foster, Harvey Keitel, Cybil Shepherd. Η.Π.Α. 1976. Διάρκεια: 113′.

(4/5)

Ένας οδηγός ταξί και βετεράνος του Βιετνάμ, ο Τράβις, περιπλανιέται στους κακόφημους νυχτερινούς δρόμους της Νέας Υόρκης. Αηδιασμένος από τη διαφθορά αποφασίζει να πάρει το νόμο στα χέρια του και να «ξεπλύνει» την πόλη από τα αποβράσματα.

 

Τρία χρόνια μετά τους «Κακόφημους δρόμους», ο Martin Scorsese επιστρέφει για να κάνει άλλη μια περιπλάνηση στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Και καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία σταθμό, μια ταινία που σημάδεψε μια δεκαετία, μια ταινία που τιμήθηκε με «Χρυσό φοίνικα» στις Κάννες αλλά και αγνοήθηκε επιδεικτικά από την αμερικανική Ακαδημία.

Πριν πενήντα περίπου χρόνια ο Αντώνης Σαμαράκης είχε γράψει: «Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών μας δεν ήτανε τόσο κοντά η μία στην άλλη όσο είναι σήμερα, κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήτανε τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο είναι σήμερα»[1]. Και πραγματικά αυτή η ρήση στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό σου καθώς βλέπεις  τον Τράβις, τον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας, να περιφέρεται στους πολύβουους δρόμους της Νέας Υόρκης αλλά η καρδιά του να είναι άδεια από συναισθήματα. Ακόμα και την κοπέλα που ερωτεύεται, την Μπέτσι (ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου, ξανθιά δηλαδή και όμορφη), υποσυνείδητα τη διώχνει πηγαίνοντάς τη στο πρώτο ραντεβού να δουν ταινία πορνό. Και μένει πάλι μόνος, άδειος από συναισθήματα και συντροφιά, όπως ο άδειος διάδρομος του συνεργείου ταξί. Μόνος λοιπόν περιφέρεται στους δρόμους της πόλης, στους κακόφημους όμως, στους ρυπαρούς, εκεί που συχνάζουν τα αποβράσματα και τα παρατηρεί. Παρατηρεί τη σαπίλα, τη διαφθορά. Και όσο πιο πολύ τριγυρνά στους δαιδαλώδεις δρόμους της Νέας Υόρκης τόσο περισσότερο χάνει τα λογικά του. Ο εχθρός τον έχει νικήσει, η μοναξιά έχει θριαμβεύσει. Η Ίρις, η δωδεκάχρονη πόρνη που θέλει να σώσει από τον προαγωγό της, είναι η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι. Γιατί η Ίρις, η μικρή Ίρις είναι η καμουφλαρισμένη αθωότητα που κινδυνεύει να χαθεί. Είναι η ανθρώπινη επαφή που συναντιέται πλέον στα δεκαπέντε λεπτά σαρκικής επαφής, απλά και ξεκάθαρα. Υπάρχει περίπτωση να σώσει τα προσχήματα ο Τράβις; Μα φυσικά. Πρέπει να λυτρώσει την πόλη απ’ τη διαφθορά, πρέπει να τη λυτρώσει από τους φαύλους ηγέτες… Η προσπάθειά του; Αποτυγχάνει. Μόνη λύτρωση τώρα, ο μαστροπός της Ίρις, αυτός που έκλεψε την αθωότητά της. Τα καταφέρνει. Η κάθαρση επέρχεται και ο φονιάς λατρεύεται ως ήρωας… Η υποκρισία της κοινωνίας σε όλο της το μεγαλείο. Το αμερικανικό όνειρο κατακερματίζεται καθώς συγκρούεται μετωπικά με ένα ταξί.

Ο Ντε Νίρο για να μπει στο «πετσί» του ρόλου δούλεψε ένα χρόνο περίπου ως ταξιτζής και πήγαινε συχνά σε ψυχιατρικές κλινικές παρατηρώντας τους ασθενείς. Το αποτέλεσμα; Μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και αυτή που ουσιαστικά τον καθιέρωσε στις συνειδήσεις μας ως έναν από τους κορυφαίους Αμερικανούς ηθοποιούς.

Ο σεναριογράφος της ταινίας Paul Schrader φημολογείται ότι έγραψε το σενάριο σε μια καταθλιπτική περίοδο της ζωής του, είχε προηγηθεί ένας χωρισμός και μια απόπειρα αυτοκτονίας!

Ο ίδιος o Scorsese, έπασχε – όσο διαρκούσαν τα γυρίσματα – από αϋπνίες όπως και ο Τράβις. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε στο έργο του. Η σκηνοθεσία εξαιρετική, δικαίως του χάρισε το «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάννες. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον Τράβις ως απλό παρατηρητή της σαπίλας, της διαφθοράς και όταν αποφασίζει να αναλάβει δράση τότε δημιουργείται η καταπληκτική καλτ σκηνή των φόνων.

Η ταινία προτάθηκε για 4 όσκαρ και δεν κέρδισε κανένα. Ο σκηνοθέτης θα περίμενε τριάντα περίπου χρόνια για να δει ένα έργο του να επιβραβεύεται (The Departed) από την αμερικανική ακαδημία κινηματογράφου.  Μ.Β.


[1] Αντώνης Σαμαράκης, «Ζητείται Ελπίς». 1η έκδοση 1954

ΝΥΧΤΑ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ του John Cassavetes

Opening night / Δράμα. Σενάριο: John Cassavetes. Πρωταγωνιστούν: Gena Rowlands, Ben Gazzara, Joan Blondell, Paul Stewart, John Cassavetes. Η.Π.Α. 1977. Διάρκεια: 144′.

(4,5/5)

 

Η Μυρτλ, διάσημη θεατρική ηθοποιός, έρχεται αντιμέτωπη με τα φαντάσματα της παρελθούσης νιότης της όταν μια θαυμάστριά της σκοτώνεται μπροστά της.


Η Νύχτα πρεμιέρας διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σ’ ένα θέατρο κι αυτό γιατί αφορά ένα θεατρικό έργο. Το θεατρικό έργο λοιπόν μιλά για μια ώριμη γυναίκα η οποία αισθάνεται απροστάτευτη, για μια γυναίκα η οποία θέλει να ερωτευτεί αλλά είναι πλέον αργά. Η Μυρτλ από τις αρχικές κιόλας πρόβες αρνείται, με παιδιάστικα καμώματα, να υποδυθεί τη συγκεκριμένη γυναίκα. «Δεν καταλαβαίνω αυτόν τον χαρακτήρα. Αν είχε κάτι να εκφράσει θα πιανόμουν τουλάχιστον απ’ αυτό. Θα είχα ένα λόγο να βρίσκομαι εδώ» μονολογεί ενώπιον της γηραιής σεναριογράφου. Η αλήθεια όμως δεν είναι αυτή και ο θεατής την αντιλαμβάνεται εξαρχής. Η Μυρτλ είναι η γυναίκα που υποδύεται, απλά δεν θέλει να το παραδεχθεί. Ίσως και να μην έχει τη δύναμη να το παραδεχθεί. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο φανταστικός χαρακτήρας της νεαρής κοπέλας να της τείνει χείρα βοηθείας και όχι να τη σπρώξει στα Τάρταρα όπως αυτή νομίζει. Η Μυρτλ είναι και αυτή μια απεγνωσμένη γυναίκα, είναι μια γυναίκα που πασχίζει να ερωτευτεί αλλά που οι άμυνες της και οι καταχρήσεις την εμποδίζουν να εξωτερικεύσει. Είναι όμως πάνω απ’ όλα μια ηθοποιός που έχει ανάγκη το θαυμασμό κι όχι την περιφρόνηση των άλλων και που για μία και ίσως και τελευταία φορά θέλει να αποδείξει ότι τη νύχτα πρεμιέρας «δεν είναι πολύ αργά».

Το αριστούργημα του Κασσαβέτη είναι μία εκ βαθέων ανάλυση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης μπρος στο φόβο των γηρατειών, στο φόβο της φθοράς του πνεύματος, του σώματος αλλά και στο φόβο της απεμπόλησης κυριαρχικών συναισθημάτων όπως ο έρωτας. Ταυτόχρονα όμως η ταινία αποτελεί και μια ανάλυση της ψυχοσύνθεσης του ηθοποιού πάνω στο σανίδι. Και ποιος θα μπορούσε να μιλήσει καλύτερα για τον ηθοποιό παρά ο Έλληνας Τζον Κασσαβέτης.

Η σκηνοθεσία λιτή, εστιάζει στους χαρακτήρες με τη συνεχή χρήση γκρο πλάνων και αναδεικνύεται μέσω του επιθετικού μοντάζ (απότομα κοψίματα). Οι ερμηνείες εξαιρετικές. Από τη συγκλονιστική εμβάθυνση στο ρόλο της Μυρτλ από την Τζίνα Ρόουλαντς (έλαβε αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου) ως τη δωρική ερμηνεία του Τζον Κασσαβέτη. Η ταινία όταν προβλήθηκε προκάλεσε αντιδράσεις και λοιδορήθηκε όσο λίγες από τους κριτικούς κι αυτό λόγω της διαμάχης που είχαν με τον Κασσαβέτη, σε τέτοιο σημείο που η ταινία να μην μπορεί να βρει διανομείς! Ωστόσο το ταξίδι στην κινηματογραφική αιωνιότητα άρχισε από το Φεστιβάλ Βερολίνου όπου ήταν και υποψήφια για Χρυσή Άρκτο.  Μ.Β.