Οι Απέναντι (1981) του Γιώργου Πανουσόπουλου ★★★★

Με αφορμή την ιστορία ενός νεαρού, περιθωριακού φοιτητή που παρακολουθεί κρυφά μ’ ένα τηλεσκόπιο τη ζωή της ώριμης παντρεμένης γειτόνισσάς του, ο Πανουσόπουλος κάνει μια βαθιά κινηματογραφική τομή, καθιστώντας εμάς τους θεατές, ηδονοβλεψίες της ελληνικής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του ’80.

Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες φαινομενικά βρίσκονται στα δύο άκρα, “απέναντι”. Από τη μία ο νεαρός Χάρης εγκλωβισμένος στη νύχτα και στην παρανομία, ένα “φάντασμα” όπως τον αποκαλούν και οι φίλοι του, περιφέρει το σώμα του δεξιά κι αριστερά ανάμεσα στα μπιλιαρδάδικα και την παραλιακή λεωφόρο, επιδιώκοντας να ζήσει τη μεγάλη συγκίνηση. Από την άλλη η ώριμη και όμορφη Στέλλα ζει σ’ ένα τακτοποιημένο αστικό περιβάλλον φροντίζοντας για όλους και για όλα εκτός από τον εαυτό της. Και οι δύο τους χαμένες ψυχές που αναζητούν τον τρόπο να γεμίσουν όχι το χρόνο τους αλλά το ψυχικό τους κενό. Το τηλεσκόπιο του Χάρη, το μέσο που θα τους φέρει πιο κοντά, που θα εκμηδενίσει την απόσταση και που θα δώσει έστω και μια αμυδρή πιθανότητα ύπαρξης σ’ αυτήν την αταίριαστη αγάπη.

Ο Πανουσόπουλος, στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του αποδεικνύεται μέγας μάστορας της σκηνοθεσίας. Τοποθετώντας την κάμερα ηθελημένα στο παρασκήνιο, κρυμμένη πίσω από αντικείμενα αλλά και ανθρώπινες φιγούρες, κινηματογραφεί την Ελλάδα του ’80. Την Ελλάδα της βολεμένης αστικής τάξης και της νέας γενιάς που βιώνει μια ξενόφερτη “επαναστατικότητα” καβαλώντας μηχανές, ακούγοντας ροκ και πίνοντας κόκα κόλα, της γενιάς που ασφυκτιά στα καταθλιπτικά διαμερίσματα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων και αναζητά λίγο αέρα στις αχανείς λεωφόρους, της γενιάς που αποζητά τη δράση αγνοώντας την αντίδραση, της γενιάς που αποζητά την επαφή (σαρκική ή μη) με όλο της το είναι.

Ένα δημιούργημα ρεαλιστικό και μοντέρνο, ορόσημο μιας ολόκληρης γενιάς και της επανάστασης που ποτέ αυτή δεν έκανε.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.

Advertisements

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ του Nicolas Roeg

Bad timing / Κοινωνική. Σενάριο: Yale Udoff. Πρωταγωνιστούν: Art Garfunkel, Theresa Russell, Harvey Keitel. Μεγάλη Βρετανία 1980. Διάρκεια: 123′.

(4/5)

Μια νεαρή Αμερικανίδα, η Μιλένα, μεταφέρεται στο νοσοκομείο ύστερα από μια απόπειρα αυτοκτονίας. Ο φίλος της Άλεξ, καθηγητής ψυχολογίας, βρίσκεται στο πλευρό της και ένας αστυνόμος αναζητά την αλήθεια…

Οι ήρωες του δράματος, η Μιλένα (Theresa Russel) και ο Άλεξ (Art Garfunkel), είναι δύο χαρακτήρες τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Η Μιλένα είναι αυθόρμητη, απελευθερωμένη και φιλική, ίσως και πέραν του δέοντος, απέναντι στον κοινωνικό της περίγυρο. Ο Άλεξ από την άλλη είναι ο σοβαρός, ο μετρημένος, ο σεμνός, αυτός που θέλει να ελέγχει την εξέλιξη των πραγμάτων αλλά στο τέλος γίνεται έρμαιο των επιθυμιών του. Η γνωριμία τους ήταν ανορθόδοξη, ήταν πέραν των συνηθισμένων, δηλωτική του χαρακτήρα του καθενός και των πρωτοβουλιών που μπορεί να αναλάβει. Ποιος είναι λοιπόν ο κοινός παρονομαστής αυτών των δύο αντιφατικών προσωπικοτήτων; Μα φυσικά το πάθος. Ένα πάθος αρρωστημένο. Ένα πάθος που με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί στην καταστροφή. Ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες στέκει εμβληματική η φιγούρα του αστυνόμου (Harvey Keitel). Τίποτα δεν αλλάζει στην ταινία του Roeg, ο προαιώνιος συμβολισμός παραμένει ο ίδιος. Ο αστυνόμος έρχεται σαν από μηχανής Θεός για να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη. Κι αυτό φαίνεται εξ αρχής όταν και προσπαθεί να ωθήσει τον Άλεξ σε ομολογία. Γιατί ο αστυνόμος γνωρίζει ότι η ομολογία είναι αυτή που θα λυτρώσει τον Άλεξ, είναι αυτή που θα τον περάσει αλώβητο από το «Καθαρτήριο» και θα τον οδηγήσει στον «Παράδεισο», στη σωτηρία της ψυχής του.

Η ταινία πάνω απ’ όλα είναι μια σπουδή στις ψυχές δύο ανθρώπων, στη ζωή ενός ζευγαριού, μια σπουδή σε μια παθιασμένη κι εξίσου αρρωστημένη σχέση. Ταυτόχρονα με τα παραπάνω, η ταινία εμφορείται από τις έννοιες της τέχνης, της πολιτικής αλλά και της ψυχανάλυσης. Αυτό επιτυγχάνεται με το να τοποθετείται η ιστορία του ζευγαριού στη Βιέννη, λίκνο του δυτικού πολιτισμού και η πόλη όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ο πατέρας της ψυχανάλησης Sigmund Freud, αλλά και στη γειτονική Μπρατισλάβα, πόλη σύμβολο του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Η σκηνοθεσία του Roeg κινείται σε υψηλά επίπεδα. Με αριστοτεχνική χρήση του αντίστροφου μοντάζ (αμέτρητα φλας μπακ) ανατρέπει τα καθιερωμένα κινηματογραφικά πρότυπα αφήγησης, καταστρατηγώντας κάθε έννοια του χρόνου. Και όλα αυτά χωρίς να μπερδεύει στο ελάχιστο τον θεατή, μια και το παρελθόν οριοθετείται ξεκάθαρα σε σχέση με το παρόν. Και τι είναι αυτό που το οριοθετεί; Μα φυσικά η παρουσία της Μιλένα.  Μ.Β.