Είμαι ο Έρωτας ★★★

Io sono l’amore/Σινεφίλ. Σκηνοθεσία: Luca Guadagnino. Σενάριο: Luca Guadagnino. Πρωταγωνιστούν: Tilda Swinton, Flavio Parenti, Edoardo Gabbriellini. Ιταλία. 2009. Διάρκεια: 120′.

Ακολουθώντας τα χνάρια του Luchino Visconti, o Luca Guadagnino, στην τελευταία του δημιουργία, αποδομεί την άρχουσα αστική τάξη και ανυψώνει στη σφαίρα του «ηρωικού» και συνάμα «τραγικού» το προλεταριάτο.

Η Έμμα (Tilda Swinton), Ρωσίδα, σύζυγος του Ιταλού βιομήχανου Τανκρέντι Ρέκι (Pippo Delbono), παραγκωνισμένη από το σύζυγο της και την οικογένεια του, συνάπτει ερωτική σχέση με το φίλο του γιου της. Ωστόσο αυτή η ερωτική παραφορά της Έμμα, δεν είναι απόρροια μιας καταπιεσμένης σεξουαλικότητας, αλλά το αποτέλεσμα της χρόνιας καταπίεσης και απομόνωσης που της επέβαλλε το αυστηρό αριστοκρατικό περιβάλλον.

Ο Ιταλός σκηνοθέτης στήνει ολόκληρη την ταινία πάνω σε αυτήν την προαιώνια αντίθεση, του καταπιεστή και του καταπιεζόμενου. Καταπιεστής είναι η αριστοκρατική οικογένεια Ρέκι και καταπιεζόμενος η Έμμα και η κάθε Έμμα, που βρίσκεται, πλανημένη από έναν μεγάλο αλλοτινό έρωτα και από την εξουσία του χρήματος, στον λάκκο των λεόντων. Η ίδια η Έμμα φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ποτέ δεν πρόκειται να γίνει σαν κι αυτούς, ότι θα είναι αιωνίως μία αριστοκράτισσα «εξ αγχιστείας». Οι προσπάθειές της να νιώσει ελεύθερη έστω και για λίγο εστιάζονται στα μικρά ασήμαντα πράγματα. Όλες αποτυχημένες. Ώσπου γνωρίζει το φίλο του γιου της και όλα αλλάζουν, όλα παίρνουν μια διαφορετική τροπή. Η ίδια μεταμορφώνεται (εξωτερικά και εσωτερικά) και αρχίζει να βλέπει τον κόσμο υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Τότε ακριβώς καταλαβαίνει ότι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην απελευθέρωση είναι η υποταγή στο πάθος, η υποταγή στον έρωτα και παραδίνεται.

Το Είμαι ο Έρωτας, θα μπορούσε πράγματι να ήταν η ταινία της δεκαετίας, δεν είναι όμως και αυτό γιατί δεν πρωτοτυπεί. Κυρίως όμως δεν είναι, γιατί βασίζεται σε ένα αδύναμο σενάριο, που θαρρείς ότι βγήκε κατευθείαν από σαπουνόπερα. Καταφέρνει όμως να διασωθεί και αυτό το χρωστά σε δύο πράγματα. Από τη μία, στην ερμηνεία της Tilda Swinton, η οποία αν και μ’ ένα ψυχρό και όχι και τόσο θελκτικό παρουσιαστικό, καταφέρνει να σε πείσει ότι μπορεί να γίνει το αντικείμενο του πόθου. Και από την άλλη, στην πιστή στα διδάγματα των μεγάλων Ιταλών σκηνοθετών, κινηματογράφηση του Luca Guadagnino, η οποία εγκιβωτίζει στην μεγάλη οθόνη τον έρωτα όπως ακριβώς τον φανταζόμαστε, γεννημένο στο φως και τη φύση, προορισμένο όμως να οδηγήσει στο σκότος και τη λύπη.

Αλλά είπαμε, πριν από τον Guadagnino υπήρχε ο Visconti.

Εις το επανιδείν._ Μ.Β.

Advertisements

The tree of life (trailer)

Για το story θα έχετε διαβάσει αλλού. Τους διθυράμβους τους έχετε ακούσει. Απολαύστε λοιπόν για άλλη μια φορά την γοητευτικότερη υπόσχεση ενός σπάνιου καλλιτεχνήματος.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.

The Number 23 (2007) του Joel Schumacher ★

Αριθμοί και πάλι αριθμοί… Προσθέσεις, αφαιρέσεις, πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις με μοναδικό σκοπό να αποδείξουν ότι το σύμπαν το διαφεντεύει μία ανώτερη αριθμητική δύναμη… Λυπηθείτε μας…

Ο παραγνωρισμένος Jim Carrey αλλά και η εξαιρετική ως πρωταγωνίστρια του Sideways, Virginia Madsen, φαντάζουν απλοί διεκπεραιωτές ενός αδύναμου και αρκετά προβλέψιμου σεναρίου που βρίθει αμπελοφιλοσοφιών περί πεπρωμένου και θανάτου αλλά και αφελών συμπερασμάτων γύρω από τον αριθμό 23. Ο Joel Schumacher από την άλλη, αμήχανος και μπερδεμένος όσο ποτέ, μοιάζει κι αυτός χαμένος στις ανώφελες «πράξεις» του σεναριογράφου και παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του να προσδώσει στο φιλμ μία νουάρ αισθητική δείχνει από νωρίς στο θεατή την πόρτα της εξόδου.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.


Η Λευκή Κορδέλα (2009) του Michael Haneke ★★★★½

Η αριστουργηματική Λευκή Κορδέλα (Das Weisse Band) του πολυβραβευμένου Michael Haneke, εντυπωσιάζει με την εικαστική της αρτιότητα και προβληματίζει με τη θεματική της.

Μέσα από μια σειρά βίαιων ξεσπασμάτων σ’ ένα γερμανικό χωριό των αρχών του 1914, ο Haneke ξεδιπλώνει το κουβάρι της βίας· το αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, η θρησκεία, ο φθόνος, η οικονομική ανέχεια, το γενετήσιο ένστικτο και κυρίως η διαφορετικότητα είναι οι αιτίες που τη γεννούν. Κινηματογραφώντας απέριττα ένα χιλιοειπωμένο (και από τον ίδιο) θέμα, ο Αυστριακός σκηνοθέτης καταφέρνει όχι να διασωθεί αλλά να θριαμβεύσει, απλά και μόνο γιατί υπονοεί τα αυτονόητα. Απλά και μόνο γιατί μας φέρνει όλους ενώπιον των ευθυνών μας και της ενοχής μας.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.

Ondine (2009) του Neil Jordan ★★★

Ακροβατώντας ανάμεσα στη φαντασία και τo ρεαλισμό, ο Neil Jordan με περίσσια μαεστρία, μας αφηγείται την ιστορία ενός αλκοολικού ψαρά που πιάνει στα δίχτυα του νεαρή γυναίκα, την οποία η κόρη του θεωρεί νύμφη της θάλασσας.

Από το «Παιχνίδι των Λυγμών» και τη «Συνέντευξη μ’ ένα Βρυκόλακα» ως και το «Πρόγευμα στον Πλούτωνα» ο Ιρλανδός σκηνοθέτης μας ενθουσίαζε με την κινηματογράφηση αιρετικών ηρώων και αναρχικών ιστοριών. Η «Ondine», το τελευταίο πόνημά του, χωρίς να προσεγγίζει την αρτιότητα των ανωτέρω ταινιών αλλά απαλλαγμένο από την ελαφρότητα του είδους της (ρομαντικό δράμα), καταφέρνει να σε κερδίσει και να σε συγκινήσει με την εκπληκτική φωτογραφία του Christopher Doyle και την προσπάθεια του σκηνοθέτη να προσθέσει μια παραμυθένια υφή στην πεζή πραγματικότητα.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.

GRAYSON (2004) του John Fiorella

(5/5)

Grayson 2004

Πλήθος κόσμου μαζεύεται για να αποχαιρετήσει το μεγαλύτερο ήρωα της Γης. Ο Μπάτμαν δεν ζει πια. Δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του. Η αστυνομία δεν καταφέρνει να ανακαλύψει τους δράστες και ο επικεφαλής δεν δείχνει ιδιαίτερο ζήλο. Ο στενότερος συνεργάτης του Μπάτμαν όμως,  δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Ο Ντικ Γκρέισον επανέρχεται στην ενεργό δράση και ξαναφορά τη στολή του Ρόμπιν. Εξαρχής αντιμετωπίζει δυσκολίες. Η αστυνομία αρνείται να συνεργαστεί μαζί του, ενώ η γυναίκα και η κόρη του τον εγκαταλείπουν. Παράλληλα, ο Σούπερμαν και η Γουόντερ Γούμαν εμποδίζουν τις έρευνές του και η σύγκρουση των πρώην συμμάχων είναι αναπόφευκτη. Η παρουσία του Γκριν Λάντερν ίσως αλλάξει κάποια δεδομένα. Παρόλες τις δυσκολίες ο Γκρέισον προχωρά και κηρύσει πόλεμο σε Τζόκερ, Πινγκουίνο, Γρίφο και Κατγούμαν. Με μοναδικό του σύμμαχο τον συνατξιούχο αρχηγό της αστυνομίας καi πεθερό του, Γκόρντον θα βρεθεί κοντά στην ανακάλυψη των δολοφόνων του Μπάτμαν. Ο Τζόκερ όμως δεν έχει πει την τελευταία του λέξη και θα προσπαθήσει να πλήξει την οικογένεια των εχθρών του. Η σύγκρουση που θα ακολουθήσει θα είναι επική…

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν στο ερασιτεχνικό φιλμ διάρκειας μόλις πεντέμιση λεπτών του Τζον Φιορέλα. Ο απίστευτος αυτός τύπος, λόγω της υπερβολικής του αγάπης για τα κόμικς γύρισε αυτό το αριστουργηματικό φιλμάκι. Όταν πρωτοβγήκε στο διαδίκτυο, οι φανς απαιτούσαν από τη Warner να γυρίσει ολοκληρωμένη ταινία με το συγκεκριμένο σενάριο, καθώς θα ήταν το απόλυτο έπος. Βέβαια, όλοι ξέρουμε πως ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε το Dark Knight. Παρόλα αυτά ο ερασιτέχνης Φιορέλα δίνει μαθήματα καθώς η ταινιούλα του έχει περισσότερο ενδιαφέρον από το Σούπερμαν 4 ή το Batman Forever. Επίσης, το ότι χρησιμοποιεί το Σούπερμαν και τη Γουόντερ Γούμαν σε σκοτεινούς ρόλους, ανεβάζει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού. Για τα πεντέμιση αυτά λεπτά, ξοδεύτηκαν αρκετές χιλιάδες δολάρια, έγινα ειδικά εφέ και έπαιξαν πραγματικοί ηθοποιοί με γνωστότερη την σούπερσταρ του αμερικανικού wrestling,  Kimberly Page στο ρόλο της Κάτγουμαν. Fan films έχουν γυριστεί πολλά, αλλά κανένα δεν έφτασε την αρτιότητα του Grayson. _ Α.Σ.

LITTLE MISS SUNSHINE των Jonathan Dayton και Valerie Faris

Little Miss Sunshine / κομεντί. Σενάριο: Michael Arndt. Πρωταγωνιστούν: Abigail Breslin, Greg Kinnear, Toni Collette, Steve Carell, Paul Dano, Alan Arkin. Η.Π.Α. 2006. Διάρκεια: 101′.

(4/5)

 

Ένας αποτυχημένος πατέρας που έχει βρει το μυστικό της επιτυχίας, μια νευρωτική μητέρα, ο ομοφυλόφιλος θείος και μελετητής του Προυστ με αυτοκτονικές τάσεις, ένας οπαδός του Νίτσε που έχει πάρει όρκο σιωπής, ένας ναρκομανής παππούς και ένα επτάχρονο κοριτσάκι που θέλει να πάει στα καλλιστεία διασχίζουν όλη την Αμερική για να πραγματοποιήσουν το όνειρο της τελευταίας.

Με μια πρώτη ματιά η ιστορία φαντάζει εξαιρετικά απλή… Μια δυσλειτουργική αμερικάνικη οικογένεια, ένα ταξίδι ουσιαστικά στο πουθενά και μια σειρά από ευτράπελα, είναι αρκετά για να σε οδηγήσουν  σε μια μέτρια κομεντί.

Ωστόσο το «Little Miss Sunshine» δεν είναι μια τυπική αμερικάνικη κωμωδία και αυτό το καταλαβαίνεις από την αρχή. Καταφέρνει να σε κερδίσει από το πρώτο πλάνο όχι τόσο με το έξυπνό της χιούμορ όσο με την αμεσότητα με την οποία επικοινωνεί τα μηνύματά της… Ο σύγχρονος Αμερικάνος προσπαθεί με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει το πολυπόθητο «american dream», σαρκάζοντας οτιδήποτε κινείται έξω από τα όρια της λογικής του αλλά και του σχεδίου που έχει χαράξει. Έχει αυτοπεποίθηση και δεν υπολογίζει τίποτα και κανέναν. Ταυτόχρονα όμως είναι ανίκανος να διαχειριστεί την ενδεχόμενη αποτυχία του, μετατρέποντας έτσι ο ίδιος, ουσιαστικά, το όνειρό του σε εφιάλτη. Μόνη λύση; Η αξιοπρέπειά του, η πίστη για μια καινούργια αρχή, η πίστη στην διαφορετικότητά του, μα πάνω απ’ όλα η πίστη στον συνάνθρωπο.

Όλα τα παραπάνω, ειπωμένα -είναι η αλήθεια- σε πλείστα άλλα έργα, είναι ικανά για να χαρακτηρίσουν την ταινία ως ένα μικρό διαμαντάκι; Ίσως και όχι. Κι εδώ ακριβώς έρχονται από τη μία να σε μαγέψουν οι καταπληκτικές ερμηνείες των  Alan Arkin  και της μικρής Abigail Breslin και από την άλλη να σε κερδίσει το εξαιρετικό αν και σε μερικά σημεία αντιφατικό «οσκαρικό» σενάριο. Με άμεσες (Προυστ, Νίτσε) όσο και έμμεσες αναφορές στο μοντερνισμό και στο μεταμοντερνισμό (στο τρίπτυχο αναγκαιότητα, αποφασιστικότητα και τυχαιότητα) η ταινία καταφέρνει τελικά σ’ αυτό που άλλες αποτυγχάνουν. Έχει λόγο ύπαρξης. _Μ.Β.

ΤΟ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΜΠΟΡΝ του Paul Greengrass

The Bourne Ultimatum / Δράσης. Σενάριο: Tony Gilroy, Scott Z. Burns, George Nolfi, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Robert Ludlum. Πρωταγωνιστούν: Matt Damon, Julia Stiles, David Strathairn, Scott Glenn, Albert Finney. Η.Π.Α. 2007. Διάρκεια: 115′

(3,5/5)

Ο Jason Bourne, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη το λησμονημένο παρελθόν του, βρίσκεται για άλλη μια φορά στο «μάτι του κυκλώνα». Η δολοφονία ενός δημοσιογράφου και τα όσα αυτός του αποκαλύπτει, τον φέρνουν πιο κοντά στην ανακάλυψη του «Άγιου Δισκοπότηρου», της ταυτότητάς του…

Η αέναη μάχη μεταξύ του καλού και του κακού στο σύμπαν, είναι κι αυτή που καθορίζει την εξέλιξη του κόσμου. Ο άνθρωπος σ’ αυτήν τη διαμάχη δε μένει αμέτοχος. Αντιθέτως, η διαμάχη παίρνει σάρκα και οστά εντός του… Η θεωρία του μανιχαϊσμού σε όλο της το μεγαλείο…

Ο Bourne είναι μια φιγούρα τραγική. Εντός του συντελείται ένας ανηλεής πόλεμος μεταξύ καλού και κακού, η έκβαση του οποίου είναι αμφίβολη. Η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας, του ονόματος που κρύβεται πίσω από το κωδικό όνομα Jason Bourne είναι και η αλληγορική προσωποποίηση αυτής της μάχης. Η αποδοχή ή όχι από τον ήρωα, της προηγούμενής του ταυτότητας θα δώσει και την απάντηση στην έκβασή της.

Ξεπερνώντας τις μανιχαϊστικές επιρροές του σεναρίου, στεκόμαστε στην καταπληκτική σκηνοθεσία του Paul Greengrass, το δημιουργό των United 93 και Bloody Sunday, ο οποίος με τη χρήση της φορητής κάμερας  καταφέρνει να προσδώσει στην ταινία αμεσότητα αλλά και ένα κλειστοφοβικό κλίμα και με τη συνδρομή του νευρικού μοντάζ να την απογειώσει σε επίπεδα δράσης που καθηλώνουν. Άξιος συμπαραστάτης του σκηνοθέτη, ο Matt Damon που θαρρείς πως είναι γεννημένος γι’ αυτόν το ρόλο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, Jason Bourne χωρίς τον Matt Damon δεν θα υπήρχε. Καταφέρνει λοιπόν ο ηθοποιός, με την παραγνωρισμένη είναι η αλήθεια υποκριτική του δεινότητα, να εγείρει ένα νέο κινηματογραφικό είδωλο συντρίβοντας μια και καλή τη «στοιχειωμένη» εικόνα του ξεχωριστού Will Hunting.

Συνοψίζοντας, πέρα από το «εύπεπτο» φινάλε και τις όποιες σεναριακές ευκολίες που ως έναν βαθμό αποτελούν θυσία στο βωμό της αμείωτης δράσης, το τελεσίγραφο του Μπορν αποτελεί την γοητευτική πλευρά ενός είδους που έτεινε, όχι να εξαφανιστεί, αλλά να περιπέσει στην απόλυτη κινηματογραφική ανυποληψία.  Μ.Β.

A SCANNER DARKLY του Richard Linklater

A scanner darkly / Επιστημονικής φαντασίας. Σενάριο: Richard Linklater, βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Philip K. Dick. Πρωταγωνιστούν: Keanu Reeves, Winona Ryder, Robert Downey Jr., Woody Harrelson. Η.Π.Α. 2006. Διάρκεια: 100′.

(3,5/5)

Αμερική 7 χρόνια μετά…Ο μυστικός αστυνομικός Bob Arctor (Reeves), η πραγματική ταυτότητα του οποίου παραμένει καλά κρυμμένη ακόμα και για τους ανωτέρους του,  έχει διεισδύσει σε μια ομάδα νεαρών ναρκομανών. Σκοπός του είναι να ανακαλύψει αυτούς που διακινούν την επικίνδυνη ναρκωτική ουσία Θ. Όταν όμως λάβει από τους προϊσταμένους τους την εντολή να παρακολουθεί τους «φίλους» του και κατ’ ουσία τον εαυτό του, τα πράγματα περιπλέκονται…

Πέντε χρόνια μετά το αμφιλεγόμενο «Waking life», ο Richard Linklater επαναλαμβάνει το πείραμα του «interpolated rotoscoping», δηλαδή της μεθόδου με την οποία οι ηθοποιοί μετατρέπονται σε animation φιγούρες. Αυτή τη φορά όμως ευτύχισε, μια και ως υπόβαθρο είχε τη νουβέλα του «πατέρα της επιστημονικής φαντασίας» Philip K. Dick. Ο Dick έγραψε το μυθιστόρημα το 1971 (εκδόθηκε το 1977) σε μια περίοδο που ήταν βυθισμένος στις αμφεταμίνες κι έτσι σε όλο το έργο κυρίαρχη είναι η παράνοια. Ωστόσο όπως ο ίδιος αποκαλύπτει σε μια συνέντευξή του στο Συνέδριο του βιβλίου επιστημονικής φαντασίας το 1977, το βιβλίο είναι ένα κοινωνικό και πολιτικό «κατηγορώ» της αμερικάνικης κυβέρνησης και των μεθόδων που χρησιμοποιούσε (παρακολουθήσεις ατόμων) για να χαλιναγωγήσει τα άτομα και ουσιαστικά να τα μετατρέψει σε άβουλα πιόνια στα συνηθισμένα παιχνίδια εξουσίας.

H προσπάθεια του Linklater είναι αξιοθαύμαστη αν αναλογιστεί κανείς ότι είναι η δεύτερη μόλις προσπάθεια μεταφοράς μυθιστορήματος του Dick στη μεγάλη οθόνη (είχε προηγηθεί το Blade runner που αποτελούσε μεταφορά του μυθιστορήματος Do androids dream of electric sheep?). Αλλά ταυτόχρονα πολλά ήταν και τα εχέγγυα της επιτυχίας αν αναλογιστεί κανείς πόσα διηγήματα του Dick έχουν γίνει κινηματογραφικές επιτυχίες (Total recall, Minority report, Screamers, Impostor, Paycheck, Abre los ojos ή το remake του, Vanilla sky).

 

Αναρωτιέμαι όμως αν η ταινία είχε γίνει πριν την 11 Σεπτεμβρίου του 2001 θα είχε την ανάλογη επιτυχία ή για να το θέσω καλύτερα θα μπορούσε να οδηγήσει το μυαλό σε άλλες σκέψεις; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Και εξηγούμαι…

Ο διαρκής αγώνας κατά των ναρκωτικών θυμίζει έντονα τη σταυροφορία Μπους εναντίον της τρομοκρατίας. Το «σύστημα» δηλαδή όλοι αυτοί που ουσιαστικά κινούν τα νήματα πίσω από τις κυβερνήσεις έχει θέσει ως στόχο τον αφανισμό των «κακών» (τώρα είναι οι τρομοκράτες Άραβες, παλιότερα οι κομμουνιστές στο Χόλυγουντ κλπ). Κι όσο το «σύστημα» εντέχνως αποτυγχάνει να ξετρυπώσει τους «κακούς» τόσο καταπατά τις ελευθερίες του ατόμου. Όταν όμως έχουν καεί και τα τελευταία εγκεφαλικά κύτταρα από την πνευματική και μη «πρέζα» είναι δυνατόν να σε απασχολεί που οι ανώτεροί σου επιδίδονται σε κυνήγι μαγισσών, αρνούμενοι να κοιτάξουν στον καθρέφτη για να βρουν τον ένοχο; Σε απασχολεί πως θα πάρεις την «πρέζα» σου! Στο έργο ο πρωταγωνιστής το λέει ξεκάθαρα η ουσία Θ. σημαίνει ουσία Θάνατος. Αλλά δεν πρόκειται για  βιολογικό θάνατο αλλά για πνευματικό και ψυχικό κατά πολύ πιο επώδυνο από το βιολογικό.

Έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση των θυγατέρων του Dick, o Linklater κατάφερε (κατά δήλωση των ιδίων) να μεταφέρει όσο πιο πιστά γινόταν το βιβλίο επί της μεγάλης οθόνης. Η ιδέα της χρωματισμένης απεικόνισης του φιλμ (άραγε το μεταφράζω σωστά;) λειτουργεί απολύτως ευεργετικά απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη ταινία κι αυτό γιατί με το συγκεκριμένο τρόπο ο Linklater καταφέρνει να χτίσει ένα εικονικό σύμπαν, μία εικονική πραγματικότητα όπως αυτή που βιώνουν οι ήρωες. Το εύρημα της απεικόνισης της «θολούρας» (στολής με την οποία επιτυγχάνεται η αλλαγή εκατοντάδων προσωπείων σε κλάσματα δευτερολέπτου για να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα του αστυνομικού – καταδότη) είναι εξαιρετικό. Η κοινωνική κριτική αγγίζει κόκκινο και ο Linklater παίρνει όλο το χειροκρότημα. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πλέον προσωπικότητα και προσπαθεί μεταχειριζόμενος διάφορα προσωπεία να ανταπεξέλθει στις κοινωνικές του συναναστροφές. Μα όταν ακόμη και αυτές τις λίγες στιγμές που το άτομο θα προσπαθήσει να απεκδυθεί το προσωπείο πίσω από το οποίο κρύβεται και να εγείρει πάνω του ένα είδωλο που σαν φοίνικας θα αναγεννηθεί από τις στάχτες του παλιού του εαυτού, πάντα θα υπάρχει ο καθοδηγητής που θα το ωθήσει ξανά στον «ορθό δρόμο».

Η όλη παραγωγή της ταινίας διήρκεσε περίπου 18 μήνες αν και ο Linklater υπολόγιζε τους μισούς. Το αποτέλεσμα, πιστεύω, δικαίωσε τον κόπο σκηνοθέτη και τεχνικών. Η ταινία δε σημείωσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και δίχασε κοινό και κριτικούς.  Μ.Β.

Μακριά ★★★

Uzak / Κοινωνική.

Σκηνοθεσία: Nuri Bilge Ceylan. Σενάριο: Nuri Bilge Ceylan. Πρωταγωνιστούν: Muzaffer Ozdemir, Emin Toprak. Τουρκία 2002. Διάρκεια: 110′

uzak1

Ο Γιουσούφ άνεργος νέος, αφήνει πίσω τη ζωή του χωριού και πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη πόλη για ν’ αναζητήσει δουλειά. Εκεί θα τον φιλοξενήσει ο ξάδελφος του ο Μαχμούτ, φωτογράφος που απεχθάνεται τις κοινωνικές επαφές.

Από τη μία ο άνθρωπος της πόλης, ο Μαχμούτ, μόνος, απόμακρος, αδυνατεί να επικοινωνήσει με τους συνανθρώπους του για να βρεθεί στο τέλος παγιδευμένος σε μια ζωή που και ο ίδιος δεν επιθυμεί. Έχει ξεπουλήσει όνειρα κι ιδανικά και καταλήγει απομονωμένος στο διαμέρισμά του με μοναδική παρέα φαντάσματα του παρελθόντος. Από την άλλη ο άνθρωπος του χωριού, ο Γιουσούφ, ο γεμάτος ελπίδες νέος, που ονειρεύεται μόνο τη φυγή, το ταξίδι στη θάλασσα. Καθημερινά έρχεται σε επαφή με την αφιλόξενη πλευρά της πόλης. Η περιδιάβαση των άδειων δρόμων και των πολύβουων κτιρίων δεν έχει γι’ αυτόν αποτέλεσμα. Με μαθηματική ακρίβεια τα όνειρά του οδηγούνται στο βυθό της ήρεμης θάλασσας του Μαρμαρά. Τέλος η Κωνσταντινούπολη , τόπος συνάντησης και συγκατοίκησης των δύο, άσπιλη μες στη λευκότητα του χιονιού να στέκει αφιλόξενη, μοναχική, όπως και οι ήρωές μας.

Ο Nuri Bilge Ceylan αποφεύγοντας να παρουσιάσει ξεκάθαρα κάθε είδους ανθρώπινης επαφής εντός κάδρου, κινηματογραφώντας σ’ ένα χιονισμένο τοπίο τους μοναχικούς περιπάτους των πρωταγωνιστών αλλά και σκοπίμως περιορίζοντας το λόγο στα απολύτως απαραίτητα, επιτείνει το αίσθημα μοναξιάς που αποπνέει η όλη συμπεριφορά των δύο ηρώων. Το γνωρίζει καλά κι ο ίδιος ότι δεν θα μπορέσει να κινηματογραφήσει την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου όπως ο Αντιονιόνι Παραμένει όμως πιστός στο στυλ του Ιταλού δημιουργού. Ο κορυφαίος σύγχρονος Τούρκος σκηνοθέτης υιοθετεί λοιπόν τη μοντέρνα οπτική και τους αργούς ρυθμούς που τόσο ταιριάζουν στην ανατολίτικη φιλοσοφία, κινηματογραφώντας τη μοναξιά με τέτοιο τρόπο που από λεπτό σε λεπτό περιμένεις την έκρηξη συναισθημάτων, η οποία όμως προς απογοήτευση όλων τελικά δεν έρχεται.  Μ.Β.