Ondine (2009) του Neil Jordan ★★★

Ακροβατώντας ανάμεσα στη φαντασία και τo ρεαλισμό, ο Neil Jordan με περίσσια μαεστρία, μας αφηγείται την ιστορία ενός αλκοολικού ψαρά που πιάνει στα δίχτυα του νεαρή γυναίκα, την οποία η κόρη του θεωρεί νύμφη της θάλασσας.

Από το «Παιχνίδι των Λυγμών» και τη «Συνέντευξη μ’ ένα Βρυκόλακα» ως και το «Πρόγευμα στον Πλούτωνα» ο Ιρλανδός σκηνοθέτης μας ενθουσίαζε με την κινηματογράφηση αιρετικών ηρώων και αναρχικών ιστοριών. Η «Ondine», το τελευταίο πόνημά του, χωρίς να προσεγγίζει την αρτιότητα των ανωτέρω ταινιών αλλά απαλλαγμένο από την ελαφρότητα του είδους της (ρομαντικό δράμα), καταφέρνει να σε κερδίσει και να σε συγκινήσει με την εκπληκτική φωτογραφία του Christopher Doyle και την προσπάθεια του σκηνοθέτη να προσθέσει μια παραμυθένια υφή στην πεζή πραγματικότητα.

Εις το επανιδείν. _Μ.Β.

Advertisements

The Maltese Falcon (1941)

Ίσως το κορυφαίο φιλμ νουάρ όλων των εποχών. Εδώ η σκηνή του τέλους, με τον Humphrey Bogart σε ρεσιτάλ ερμηνείας.


– All we’ve got is that maybe you love me and maybe I love you.
– You know whether you love me or not.
– Maybe I do. I’ll have some rotten nights after I’ve sent you over, but that’ll pass.


Ένας χρόνος μετά…

Υπάρχουν λόγοι, σίγουρα συνειδητοί, που σε οδηγούν στη σιωπή, που σε ωθούν στην απουσία. Υπάρχουν λόγοι, σίγουρα όχι συνειδητοί, που σε αναγκάζουν να γράψεις έναν ανούσιο υετό λέξεων, προ – ειδοποίηση φίλων και γνωστών για τη «μεγάλη επιστροφή».

Και να, συνεπαρμένος από μια ανεξήγητη οίηση, ζητάς την αποδοχή τρίτων και θαρρείς πως αυτά που έχεις να πεις (γράψεις) είναι σπουδαία. Και να, εμπρός σε μια οθόνη παρακολουθείς τα γράμματα που συμπληρώνουν τις λέξεις, τις προτάσεις, τις γραμμές μα εσύ νόημα δεν βγάζεις. Και να, φωνάζεις «είμαι πάλι εδώ», γι’ αυτούς που θέλουν ν’ ακούσουν. Και να, οι λέξεις στη σκέψη σου λιγοστεύουν και σε πιάνει τρόμος. Και να, μετανιώνεις για αυτά που μέχρι τώρα έγραψες ενώ θα μπορούσες απλά να γράψεις:

«Επέστρεψα».

ΥΓ: Στη Χριστίνα, για την «ακαταμάχητη» πειθώ της.

Ο ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ (1975) του Woody Allen ★★★½

Love and Death / Κωμωδία. Σενάριο: Woody Allen Παίζουν: Woody Allen, Diane Keaton, Δέσπω Διαμαντίδου. Η.Π.Α. 1975. Διάρκεια: 85’

 Ο Μπόρις, το μικρότερο από τα τρία αδέρφια ενός Ρώσου μικρογαιοκτήμονα του 19ου αιώνα και δειλός εκ φύσεως, καλείται να πολεμήσει εναντίον του Ναπολέοντα. Ταυτόχρονα γοητεύεται από τη φιλοσοφία και την όμορφη ξαδέρφη του Σόνια.

Το Love and Death – παραφθορά του μυθιστορήματος του Τολστόι, Πόλεμος και Ειρήνη- πέραν πάσης αμφιβολίας αποτελεί σταθμό στην καριέρα του Woody Allen. Όχι φυσικά επειδή είναι η καλύτερη ταινία του (που δεν είναι) αλλά επειδή είναι η τελευταία από μια σειρά φαρσοκωμωδιών πριν τη μεγάλη του και πιο εσωστρεφή δημιουργία, τον τρομερό και φοβερό Νευρικό Εραστή.

Γυρισμένη το 1975, σε μια περίοδο που η Αμερική μετρούσε τις πληγές της (το 1973 θα αποσύρει τα στρατεύματά της από το Βιετνάμ), η φαρσοκωμωδία του Allen, αποτελεί πάνω απ’ όλα ένα καυστικό σχόλιο στον παραλογισμό του πολέμου. Μέσα από ένα καταπληκτικό εύρημα, δηλαδή την τοποθέτηση της δράσης σε χώρο και σε χρόνο παράταιρο, τη Ρωσία του 19ου αιώνα, καταφέρνει να αποκλιμακώσει την ένταση της εποχής και με χιουμοριστικό τρόπο να «μιλήσει» για τη ματαιότητα και το ανώφελο της ένοπλης σύγκρουσης, τους στρατιώτες-αθύρματα στα χέρια των ισχυρών και να αναγάγει τη δειλία στη μέγιστη στρατιωτική αρετή.

Ο πόλεμος αν και αποτελεί την κύρια θεματική στο όλο πόνημα του Allen, δεν κλέβει την παράσταση. Κι αυτό γιατί ο σκηνοθέτης μας επιφυλάσσει κι άλλες ευχάριστες εκπλήξεις. Έτσι με τον πάντα σαρκαστικό του τρόπο, ο Αμερικανοεβραίος δημιουργός, κονιορτοποιεί έννοιες σαν την αγάπη, τη φιλοσοφία ακόμα και τον θάνατο για να αποθεώσει τις σαρκικές απολαύσεις και τις εφήμερες σχέσεις και μας κάνει να αναφωνήσουμε με βεβαιότητα ότι ο Νευρικός Εραστής πριν τη Νέα Υόρκη έκανε μια στάση και από την Αγία Πετρούπολη…

love_and_death_1

Πέραν τούτων, ο Allen παραμένει πιστός στις μεγάλες του αγάπες. Εξηγούμαι: Η αξιοπερίεργη εμμονή στο Ντοστογιέφσκι – από τη μονομαχία που αποτελεί ουσιαστικά αντιγραφή

ολόκληρου κεφαλαίου των Δαιμονισμένων και το ζήτημα της αναγκαιότητας του φόνου που αναλύεται εκτενώς στο Έγκλημα και Τιμωρία ως και την ονομαστική αναφορά σε πλήθος έργων του-, αλλά και τα πιστά αντίγραφα πλάνων από ταινίες του Eisenstein και του Bergman, είναι ένα κλείσιμο του ματιού του Allen στο κοινό του και ταυτόχρονα ένας φόρος τιμής σε όλους αυτούς τους μεγάλους δημιουργούς που τον επηρέασαν (που μας επηρέασαν).  _Μ.Β.

GRAYSON (2004) του John Fiorella

(5/5)

Grayson 2004

Πλήθος κόσμου μαζεύεται για να αποχαιρετήσει το μεγαλύτερο ήρωα της Γης. Ο Μπάτμαν δεν ζει πια. Δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του. Η αστυνομία δεν καταφέρνει να ανακαλύψει τους δράστες και ο επικεφαλής δεν δείχνει ιδιαίτερο ζήλο. Ο στενότερος συνεργάτης του Μπάτμαν όμως,  δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Ο Ντικ Γκρέισον επανέρχεται στην ενεργό δράση και ξαναφορά τη στολή του Ρόμπιν. Εξαρχής αντιμετωπίζει δυσκολίες. Η αστυνομία αρνείται να συνεργαστεί μαζί του, ενώ η γυναίκα και η κόρη του τον εγκαταλείπουν. Παράλληλα, ο Σούπερμαν και η Γουόντερ Γούμαν εμποδίζουν τις έρευνές του και η σύγκρουση των πρώην συμμάχων είναι αναπόφευκτη. Η παρουσία του Γκριν Λάντερν ίσως αλλάξει κάποια δεδομένα. Παρόλες τις δυσκολίες ο Γκρέισον προχωρά και κηρύσει πόλεμο σε Τζόκερ, Πινγκουίνο, Γρίφο και Κατγούμαν. Με μοναδικό του σύμμαχο τον συνατξιούχο αρχηγό της αστυνομίας καi πεθερό του, Γκόρντον θα βρεθεί κοντά στην ανακάλυψη των δολοφόνων του Μπάτμαν. Ο Τζόκερ όμως δεν έχει πει την τελευταία του λέξη και θα προσπαθήσει να πλήξει την οικογένεια των εχθρών του. Η σύγκρουση που θα ακολουθήσει θα είναι επική…

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν στο ερασιτεχνικό φιλμ διάρκειας μόλις πεντέμιση λεπτών του Τζον Φιορέλα. Ο απίστευτος αυτός τύπος, λόγω της υπερβολικής του αγάπης για τα κόμικς γύρισε αυτό το αριστουργηματικό φιλμάκι. Όταν πρωτοβγήκε στο διαδίκτυο, οι φανς απαιτούσαν από τη Warner να γυρίσει ολοκληρωμένη ταινία με το συγκεκριμένο σενάριο, καθώς θα ήταν το απόλυτο έπος. Βέβαια, όλοι ξέρουμε πως ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε το Dark Knight. Παρόλα αυτά ο ερασιτέχνης Φιορέλα δίνει μαθήματα καθώς η ταινιούλα του έχει περισσότερο ενδιαφέρον από το Σούπερμαν 4 ή το Batman Forever. Επίσης, το ότι χρησιμοποιεί το Σούπερμαν και τη Γουόντερ Γούμαν σε σκοτεινούς ρόλους, ανεβάζει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού. Για τα πεντέμιση αυτά λεπτά, ξοδεύτηκαν αρκετές χιλιάδες δολάρια, έγινα ειδικά εφέ και έπαιξαν πραγματικοί ηθοποιοί με γνωστότερη την σούπερσταρ του αμερικανικού wrestling,  Kimberly Page στο ρόλο της Κάτγουμαν. Fan films έχουν γυριστεί πολλά, αλλά κανένα δεν έφτασε την αρτιότητα του Grayson. _ Α.Σ.

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ (1974) του Wim Wenders ★★★★

Alice in den Stadten / Κοινωνική. Σενάριο: Wim Wenders, Veith von Fürstenberg. Πρωταγωνιστούν:  Rudiger Vogler, Yella Rottlander. Δυτική Γερμανία. 1974. Διάρκεια: 110’


Ο Φίλιπ Βίντερ, Γερμανός δημοσιογράφος, περιδιαβαίνει την αμερικανική ενδοχώρα με σκοπό να γράψει ένα άρθρο. Η αποτυχία του εγχειρήματός του και η έλλειψη χρημάτων τον αναγκάζουν να εγκαταλείψει την Αμερική για την πατρίδα του. Στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, του «φορτώνεται» η μικρή Αλίκη, που η μητέρα της την έχει εγκαταλείψει. Μαζί θα επιστρέψουν στη Γερμανία και θ’ αρχίσουν την αναζήτηση της γιαγιάς της μικρής.

Η Αλίκη στις πόλεις, πρώτη ταινία της επονομαζόμενης τριλογίας της περιπλάνησης (θα ακολουθήσουν η Λάθος κίνηση και το Στο πέρασμα του χρόνου), σε συγκινεί και σε μαγεύει με την λιτότητα και την αμεσότητά της.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο κεντρικός ήρωας της ταινίας ο Φίλιπ είναι ένας μοναχικός άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που όπως παραδέχεται κι ο ίδιος έχει σταματήσει να βλέπει και να ακούει. Συντροφιά του, μια φωτογραφική μηχανή. Αυτή είναι και η μόνη του επαφή με την πραγματικότητα. Μόνο μέσω των φωτογραφιών μπορεί να αντιληφθεί ότι ζει. Στο σημείο της κατάπτωσης και της απόλυτης ψυχικής απογοήτευσης θα ζητήσει βοήθεια (έστω και ασυνείδητα) και θα τη λάβει. Η μικρή Αλίκη που όλως τυχαία (σχεδόν μ’ αυτήν τη θεοποιημένη ντοστογιεφσκική σύμπτωση) θα βρεθεί στο δρόμο του, είναι το έναυσμα για ζωή. Η Αλίκη είναι αυτή που ουσιαστικά τον απελευθερώνει, αυτή που θα του δώσει να καταλάβει ότι η ζωή δεν αποτυπώνεται σε μια φωτογραφία αλλά στα μάτια μας, στο μυαλό μας, στη μνήμη μας.

Δομημένη στις διαρκείς αντιθέσεις και σε μια σειρά από δίπολα θαρρείς πως είναι η σύνοψη όλων των μετέπειτα εμμονών του Wenders. Η Αμερική, η μεγάλη του αγάπη, η μεγάλη του εμμονή, ταυτόχρονα γοητευτική και αποκρουστική. Η Αμερική των αντιθέσεων φιλτράρεται μέσα από τη φωτογραφική μηχανή του Φίλιπ, alter ego του σκηνοθέτη (δεν πρέπει να ξεχνάμε την αγάπη του για την φωτογραφία), για να μας παρουσιαστεί μπροστά στα μάτια μας έτσι όπως ακριβώς είναι. Έρημη, απάνθρωπη, υλιστική. Σ’ αυτό το αποστεωμένο τοπίο, των αχανών εκτάσεων και των απρόσωπων ουρανοξυστών, υπάρχει μια αχτίδα φωτός, ένα πουλί, ένας άνθρωπος. Η φυγή όμως για την πατρίδα είναι αναπόφευκτη και δηλωτική της απογοήτευσης ήρωα-σκηνοθέτη από το αμερικανικό όνειρο. Η εκεί περιπλάνηση, τώρα όχι φιλτραρισμένη  μέσα από την Polaroid του Βίντερ είναι διαφορετική. Ο αναίτιος θυμός έχει δώσει τη θέση του στην αγάπη για τη ζωή, η οκνηρία και παραίτηση στην επιθυμία για δράση και περιπέτεια. Μια αδιόρατη ζεστασιά νιώθεις να πλημμυρίζει την καρδιά των ηρώων, οι οποίοι μετέωροι από τις εξελίξεις της αναζήτησής τους, μιας αναζήτησης αντονιονικής εμπνεύσεως (σαφής η αναφορά στην Περιπέτεια) επομένως και καθαρά προσχηματικής, επιζητούν ένα έρεισμα. Η αγάπη (και η τύχη θα προσθέταμε εμείς)  είναι τούτο, φαίνεται να μας ψιθυρίζει ο Wenders, αφήνοντας εμάς μετέωρους, σ’ ένα φινάλε αφηγηματικής πλήρωσης που δεν επιζητούσαμε. _Μ.Β.

AMARCORD του Federico Fellini

Amarcord / Κομεντί. Σενάριο: Federico Fellini, Tonino Guerra. Πρωταγωνιστούν: Bruno Zanin, Magali Noel, Luigi Rossi. Ιταλία – Γαλλία.  1973. Διάρκεια: 123’

(4/5)

 

Η αφίσα της ταινίας

Καθημερινά επεισόδια από τη ζωή των κατοίκων μιας μικρής επαρχιακής πόλης λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος

 

Ανάμνηση. Λέξη γλυκόπικρη όπως και τα βιώματά μας. Γεγονότα ευχάριστα και δυσάρεστα, φιλτραρισμένα μέσα από την προσωπική μας ματιά, σημαδεύουν ανεξίτηλα την μνήμη και μας καθοδηγούν στη μετέπειτα πορεία μας. Ο Φελίνι, φαίνεται να γνωρίζει καλά το ρόλο τους. Από τους   Vitelloni ως τη Roma και από το La Strada ως το 8 1/2, οι ταινίες του αποτελούσαν μια κάθοδο στον κόσμο των αναμνήσεων.

AMARCORD

Το Amarcord, επινόηση από τις λέξεις ricordare (θυμάμαι) και amaro (πικρό), αποτελεί την πιο προσωπική δημιουργία του Ιταλού σκηνοθέτη. Βασισμένη στις αναμνήσεις από τη γενέτειρά του, το Ρίμινι, η ταινία μας καλεί να λάβουμε μέρος σ’ ένα ονειρικό ταξίδι. Συνεπιβάτες μας ο δεκαπεντάχρονος Τίτα και η οικογένειά του, η θελκτική Γκραντίσκα, ο δικηγόρος-αφηγητής, η νυμφομανής Βολπίνα, η πληθωρική καπνοπώλισσα, ο ψεύτης Μπισέιν, ο ιερέας. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί προερχόμενοι από τα προσωπικά βιώματα του Φελίνι αλλά που ο καθένας μας μπορεί να βρει σ’ αυτούς ένα κομμάτι από το δικό του παρελθόν.

Ταυτόχρονα μέσα απ’ αυτούς τους χαρακτήρες, ο maestro περιγράφει πλήρως την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της Ιταλίας της δεκαετίας του ’30. Η άνοδος του φασισμού, η οικονομική ανέχεια, ακόμα και ο ίδιος ο θάνατος κινηματογραφούνται όμως με τέτοιο τρόπο που μας αφήνουν πάντα στο τέλος μια γλυκιά γεύση. Πώς το κατορθώνει αυτό; Με τις αντιθέσεις. Με τη συνεχή εναλλαγή σκηνών και το πέρασμα από τη φτώχια στον πλούτο, από το φασισμό στην αντίσταση για τη δημοκρατία αλλά και από το θάνατο σ’ ένα γάμο και τη νέα ζωή που αυτός ευαγγελίζεται, αντιλαμβανόμαστε το αυτονόητο, ότι η ζωή παρά τις δυσκολίες της και τις αναποδιές της παραμένει τόσο γλυκιά.

amarcord_boat1

Και σ’ αυτήν την ταινία κάνουν την εμφάνισή τους οι εμμονές του Φελίνι. Η γυναίκα, πληθωρική, άκρως ερωτική και ανικανοποίητη είναι ικανή να εξυψώσει έναν άντρα αλλά και να τον τρελάνει! Η καταπιεστική και υποκριτική εκκλησία (μέσα από το ρόλο του ιερέα) που αντί για αγάπη προκαλεί φόβο, για άλλη μια φορά φαίνεται ν’ αδυνατεί να καταλάβει τους ανθρώπους. Ο  ψεύτης που μας υπενθυμίζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι «την αλήθεια την φτιάχνει κανείς / ακριβώς όπως φτιάχνει το ψέμα» (Ελύτης). Και τέλος το αίσθημα της φυγής. Φυγή όμως όχι τόσο από τον κοινωνικό σου περίγυρο και τον τόπο όπου μεγαλώνεις όσο φυγή από την πραγματικότητα. Μόνο τότε θα νιώσεις πραγματικά ελεύθερος και θ’ αντιληφθείς την ομορφιά της ζωής, όταν αντιληφθείς την πραγματικότητα ως παραμύθι.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε τη μουσική του Νίνο Ρότα, τα υπέροχα κοστούμια και τα μαγευτικά σκηνικά (ποιός ξεχνά τη σκηνή με το υπερωκεάνιο Rex;)  τότε μιλάμε για ένα κομψοτέχνημα της 7ης τέχνης, για την τελευταία μεγάλη ταινία ενός μάγου της μεγάλης οθόνης που ωστόσο δεν μπορεί να συγκριθεί με την «ονειρική» τελειότητα του 8 ½ ή την παραληρηματική απεικόνιση  της Ρώμης στο Dolce Vita. _Μ.Β.

LITTLE MISS SUNSHINE των Jonathan Dayton και Valerie Faris

Little Miss Sunshine / κομεντί. Σενάριο: Michael Arndt. Πρωταγωνιστούν: Abigail Breslin, Greg Kinnear, Toni Collette, Steve Carell, Paul Dano, Alan Arkin. Η.Π.Α. 2006. Διάρκεια: 101′.

(4/5)

 

Ένας αποτυχημένος πατέρας που έχει βρει το μυστικό της επιτυχίας, μια νευρωτική μητέρα, ο ομοφυλόφιλος θείος και μελετητής του Προυστ με αυτοκτονικές τάσεις, ένας οπαδός του Νίτσε που έχει πάρει όρκο σιωπής, ένας ναρκομανής παππούς και ένα επτάχρονο κοριτσάκι που θέλει να πάει στα καλλιστεία διασχίζουν όλη την Αμερική για να πραγματοποιήσουν το όνειρο της τελευταίας.

Με μια πρώτη ματιά η ιστορία φαντάζει εξαιρετικά απλή… Μια δυσλειτουργική αμερικάνικη οικογένεια, ένα ταξίδι ουσιαστικά στο πουθενά και μια σειρά από ευτράπελα, είναι αρκετά για να σε οδηγήσουν  σε μια μέτρια κομεντί.

Ωστόσο το «Little Miss Sunshine» δεν είναι μια τυπική αμερικάνικη κωμωδία και αυτό το καταλαβαίνεις από την αρχή. Καταφέρνει να σε κερδίσει από το πρώτο πλάνο όχι τόσο με το έξυπνό της χιούμορ όσο με την αμεσότητα με την οποία επικοινωνεί τα μηνύματά της… Ο σύγχρονος Αμερικάνος προσπαθεί με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει το πολυπόθητο «american dream», σαρκάζοντας οτιδήποτε κινείται έξω από τα όρια της λογικής του αλλά και του σχεδίου που έχει χαράξει. Έχει αυτοπεποίθηση και δεν υπολογίζει τίποτα και κανέναν. Ταυτόχρονα όμως είναι ανίκανος να διαχειριστεί την ενδεχόμενη αποτυχία του, μετατρέποντας έτσι ο ίδιος, ουσιαστικά, το όνειρό του σε εφιάλτη. Μόνη λύση; Η αξιοπρέπειά του, η πίστη για μια καινούργια αρχή, η πίστη στην διαφορετικότητά του, μα πάνω απ’ όλα η πίστη στον συνάνθρωπο.

Όλα τα παραπάνω, ειπωμένα -είναι η αλήθεια- σε πλείστα άλλα έργα, είναι ικανά για να χαρακτηρίσουν την ταινία ως ένα μικρό διαμαντάκι; Ίσως και όχι. Κι εδώ ακριβώς έρχονται από τη μία να σε μαγέψουν οι καταπληκτικές ερμηνείες των  Alan Arkin  και της μικρής Abigail Breslin και από την άλλη να σε κερδίσει το εξαιρετικό αν και σε μερικά σημεία αντιφατικό «οσκαρικό» σενάριο. Με άμεσες (Προυστ, Νίτσε) όσο και έμμεσες αναφορές στο μοντερνισμό και στο μεταμοντερνισμό (στο τρίπτυχο αναγκαιότητα, αποφασιστικότητα και τυχαιότητα) η ταινία καταφέρνει τελικά σ’ αυτό που άλλες αποτυγχάνουν. Έχει λόγο ύπαρξης. _Μ.Β.

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ του Martin Scorsese

Taxi Driver / Δράμα. Σενάριο: Paul Schrader. Πρωταγωνιστούν: Robert De Niro, Jodie Foster, Harvey Keitel, Cybil Shepherd. Η.Π.Α. 1976. Διάρκεια: 113′.

(4/5)

Ένας οδηγός ταξί και βετεράνος του Βιετνάμ, ο Τράβις, περιπλανιέται στους κακόφημους νυχτερινούς δρόμους της Νέας Υόρκης. Αηδιασμένος από τη διαφθορά αποφασίζει να πάρει το νόμο στα χέρια του και να «ξεπλύνει» την πόλη από τα αποβράσματα.

 

Τρία χρόνια μετά τους «Κακόφημους δρόμους», ο Martin Scorsese επιστρέφει για να κάνει άλλη μια περιπλάνηση στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Και καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία σταθμό, μια ταινία που σημάδεψε μια δεκαετία, μια ταινία που τιμήθηκε με «Χρυσό φοίνικα» στις Κάννες αλλά και αγνοήθηκε επιδεικτικά από την αμερικανική Ακαδημία.

Πριν πενήντα περίπου χρόνια ο Αντώνης Σαμαράκης είχε γράψει: «Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών μας δεν ήτανε τόσο κοντά η μία στην άλλη όσο είναι σήμερα, κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήτανε τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο είναι σήμερα»[1]. Και πραγματικά αυτή η ρήση στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό σου καθώς βλέπεις  τον Τράβις, τον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας, να περιφέρεται στους πολύβουους δρόμους της Νέας Υόρκης αλλά η καρδιά του να είναι άδεια από συναισθήματα. Ακόμα και την κοπέλα που ερωτεύεται, την Μπέτσι (ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου, ξανθιά δηλαδή και όμορφη), υποσυνείδητα τη διώχνει πηγαίνοντάς τη στο πρώτο ραντεβού να δουν ταινία πορνό. Και μένει πάλι μόνος, άδειος από συναισθήματα και συντροφιά, όπως ο άδειος διάδρομος του συνεργείου ταξί. Μόνος λοιπόν περιφέρεται στους δρόμους της πόλης, στους κακόφημους όμως, στους ρυπαρούς, εκεί που συχνάζουν τα αποβράσματα και τα παρατηρεί. Παρατηρεί τη σαπίλα, τη διαφθορά. Και όσο πιο πολύ τριγυρνά στους δαιδαλώδεις δρόμους της Νέας Υόρκης τόσο περισσότερο χάνει τα λογικά του. Ο εχθρός τον έχει νικήσει, η μοναξιά έχει θριαμβεύσει. Η Ίρις, η δωδεκάχρονη πόρνη που θέλει να σώσει από τον προαγωγό της, είναι η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι. Γιατί η Ίρις, η μικρή Ίρις είναι η καμουφλαρισμένη αθωότητα που κινδυνεύει να χαθεί. Είναι η ανθρώπινη επαφή που συναντιέται πλέον στα δεκαπέντε λεπτά σαρκικής επαφής, απλά και ξεκάθαρα. Υπάρχει περίπτωση να σώσει τα προσχήματα ο Τράβις; Μα φυσικά. Πρέπει να λυτρώσει την πόλη απ’ τη διαφθορά, πρέπει να τη λυτρώσει από τους φαύλους ηγέτες… Η προσπάθειά του; Αποτυγχάνει. Μόνη λύτρωση τώρα, ο μαστροπός της Ίρις, αυτός που έκλεψε την αθωότητά της. Τα καταφέρνει. Η κάθαρση επέρχεται και ο φονιάς λατρεύεται ως ήρωας… Η υποκρισία της κοινωνίας σε όλο της το μεγαλείο. Το αμερικανικό όνειρο κατακερματίζεται καθώς συγκρούεται μετωπικά με ένα ταξί.

Ο Ντε Νίρο για να μπει στο «πετσί» του ρόλου δούλεψε ένα χρόνο περίπου ως ταξιτζής και πήγαινε συχνά σε ψυχιατρικές κλινικές παρατηρώντας τους ασθενείς. Το αποτέλεσμα; Μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και αυτή που ουσιαστικά τον καθιέρωσε στις συνειδήσεις μας ως έναν από τους κορυφαίους Αμερικανούς ηθοποιούς.

Ο σεναριογράφος της ταινίας Paul Schrader φημολογείται ότι έγραψε το σενάριο σε μια καταθλιπτική περίοδο της ζωής του, είχε προηγηθεί ένας χωρισμός και μια απόπειρα αυτοκτονίας!

Ο ίδιος o Scorsese, έπασχε – όσο διαρκούσαν τα γυρίσματα – από αϋπνίες όπως και ο Τράβις. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε στο έργο του. Η σκηνοθεσία εξαιρετική, δικαίως του χάρισε το «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάννες. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον Τράβις ως απλό παρατηρητή της σαπίλας, της διαφθοράς και όταν αποφασίζει να αναλάβει δράση τότε δημιουργείται η καταπληκτική καλτ σκηνή των φόνων.

Η ταινία προτάθηκε για 4 όσκαρ και δεν κέρδισε κανένα. Ο σκηνοθέτης θα περίμενε τριάντα περίπου χρόνια για να δει ένα έργο του να επιβραβεύεται (The Departed) από την αμερικανική ακαδημία κινηματογράφου.  Μ.Β.


[1] Αντώνης Σαμαράκης, «Ζητείται Ελπίς». 1η έκδοση 1954

ΝΥΧΤΑ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ του John Cassavetes

Opening night / Δράμα. Σενάριο: John Cassavetes. Πρωταγωνιστούν: Gena Rowlands, Ben Gazzara, Joan Blondell, Paul Stewart, John Cassavetes. Η.Π.Α. 1977. Διάρκεια: 144′.

(4,5/5)

 

Η Μυρτλ, διάσημη θεατρική ηθοποιός, έρχεται αντιμέτωπη με τα φαντάσματα της παρελθούσης νιότης της όταν μια θαυμάστριά της σκοτώνεται μπροστά της.


Η Νύχτα πρεμιέρας διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σ’ ένα θέατρο κι αυτό γιατί αφορά ένα θεατρικό έργο. Το θεατρικό έργο λοιπόν μιλά για μια ώριμη γυναίκα η οποία αισθάνεται απροστάτευτη, για μια γυναίκα η οποία θέλει να ερωτευτεί αλλά είναι πλέον αργά. Η Μυρτλ από τις αρχικές κιόλας πρόβες αρνείται, με παιδιάστικα καμώματα, να υποδυθεί τη συγκεκριμένη γυναίκα. «Δεν καταλαβαίνω αυτόν τον χαρακτήρα. Αν είχε κάτι να εκφράσει θα πιανόμουν τουλάχιστον απ’ αυτό. Θα είχα ένα λόγο να βρίσκομαι εδώ» μονολογεί ενώπιον της γηραιής σεναριογράφου. Η αλήθεια όμως δεν είναι αυτή και ο θεατής την αντιλαμβάνεται εξαρχής. Η Μυρτλ είναι η γυναίκα που υποδύεται, απλά δεν θέλει να το παραδεχθεί. Ίσως και να μην έχει τη δύναμη να το παραδεχθεί. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο φανταστικός χαρακτήρας της νεαρής κοπέλας να της τείνει χείρα βοηθείας και όχι να τη σπρώξει στα Τάρταρα όπως αυτή νομίζει. Η Μυρτλ είναι και αυτή μια απεγνωσμένη γυναίκα, είναι μια γυναίκα που πασχίζει να ερωτευτεί αλλά που οι άμυνες της και οι καταχρήσεις την εμποδίζουν να εξωτερικεύσει. Είναι όμως πάνω απ’ όλα μια ηθοποιός που έχει ανάγκη το θαυμασμό κι όχι την περιφρόνηση των άλλων και που για μία και ίσως και τελευταία φορά θέλει να αποδείξει ότι τη νύχτα πρεμιέρας «δεν είναι πολύ αργά».

Το αριστούργημα του Κασσαβέτη είναι μία εκ βαθέων ανάλυση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης μπρος στο φόβο των γηρατειών, στο φόβο της φθοράς του πνεύματος, του σώματος αλλά και στο φόβο της απεμπόλησης κυριαρχικών συναισθημάτων όπως ο έρωτας. Ταυτόχρονα όμως η ταινία αποτελεί και μια ανάλυση της ψυχοσύνθεσης του ηθοποιού πάνω στο σανίδι. Και ποιος θα μπορούσε να μιλήσει καλύτερα για τον ηθοποιό παρά ο Έλληνας Τζον Κασσαβέτης.

Η σκηνοθεσία λιτή, εστιάζει στους χαρακτήρες με τη συνεχή χρήση γκρο πλάνων και αναδεικνύεται μέσω του επιθετικού μοντάζ (απότομα κοψίματα). Οι ερμηνείες εξαιρετικές. Από τη συγκλονιστική εμβάθυνση στο ρόλο της Μυρτλ από την Τζίνα Ρόουλαντς (έλαβε αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου) ως τη δωρική ερμηνεία του Τζον Κασσαβέτη. Η ταινία όταν προβλήθηκε προκάλεσε αντιδράσεις και λοιδορήθηκε όσο λίγες από τους κριτικούς κι αυτό λόγω της διαμάχης που είχαν με τον Κασσαβέτη, σε τέτοιο σημείο που η ταινία να μην μπορεί να βρει διανομείς! Ωστόσο το ταξίδι στην κινηματογραφική αιωνιότητα άρχισε από το Φεστιβάλ Βερολίνου όπου ήταν και υποψήφια για Χρυσή Άρκτο.  Μ.Β.

ΓΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του Ken Loach

Land and Freedom / Πολιτική. Σενάριο: Jim Allen. Πρωταγωνιστούν: Ian Hurt, Rosana Pastor, Iciar Bollain, Tom Gilroy. Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Γερμανία, Ιταλία 1995. Διάρκεια: 109′.

(4/5)

 

Μια νεαρή κοπέλα, με αφορμή το θάνατο του κομμουνιστή παππού της (Ian Hart), ψάχνει στα πράγματά του και ανακαλύπτει ότι το 1936 είχε πάει να πολεμήσει στην Ισπανία κατά του Φράνκο. Μέσα λοιπόν από τα προσωπικά του πράγματα, φωτογραφίες και αποκόμματα εφημερίδων ξετυλίγεται η ιστορία του νεαρού κομμουνιστή άνεργου.

Ο Λόουτς παρόλο που χτίζει όλη την ταινία γύρω από τον χαρακτήρα του Ian Hart εντούτοις δε δημιουργεί έναν ήρωα με «θεϊκή υπόσταση». Αυτό το αντιλαμβανόμαστε από την αρχή όταν και ο πρωταγωνιστής εξηγεί στη φίλη του τα κίνητρα που τον ωθούν να κάνει το ταξίδι. Γιατί πηγαίνει λοιπόν στην Ισπανία; Γιατί δεν έχει γυναίκα και παιδιά και γιατί είναι άνεργος! Κίνητρα εμποτισμένα με το στοιχείο της ανθρώπινης αδυναμίας.

Όπως προανέφερα ο χαρακτήρας του Ian Hart είναι ο πυρήνας της ταινίας γύρω από τον οποίο ο Λόουτς βρίσκει την ευκαιρία να κάνει ένα σχόλιο για τον κομμουνισμό, την αριστερά και τη διάσπασή της που σε τελική ανάλυση οδηγεί στη συντριβή της. Δύο τα χαρακτηριστικά και κομβικά σημεία στην ταινία:

Αφενός όταν μετά την απελευθέρωση ενός χωριού από τις δυνάμεις του Φράνκο, οι επαναστάτες συγκρούονται για το αν θα εφαρμόσουν τον κολεκτιβισμό. Έχουν χωθεί πίσω από ιδεολογικά χαρακώματα υφαίνοντας φανταστικούς εχθρούς, αγνοώντας τον πραγματικό εχθρό, τον Φράνκο.

Αφετέρου όταν καλούνται να αποφασίσουν αν θα ενταχθούν σε οργανωμένο στρατό ή όχι. Η σύγκρουση των επαναστατών είναι αναπόφευκτη. Αυτή τη φορά όμως η σύγκρουση δεν είναι λεκτική αλλά σώμα με σώμα. Τελικά ποιοι έχουν δίκιο; Οι σταλινικοί ή οι αγωνιστές του POUM (αντισταλινικό κίνημα); Ο ήρωας περιπλανιέται…

Έτσι περιπλανιόμαστε κι εμείς. Δεν είναι κακό να αλλάζεις ιδέες ούτε την άποψη σου πίσω από την οποία ήσουν περιχαρακωμένος (καταπληκτική και άκρως δηλωτική της μεταστροφής του ήρωα η σκηνή όπου σκίζει την ταυτότητα του κομμουνιστικού κόμματος). Η ιστορία θα σου δείξει το δρόμο, και η ιστορία θα δείξει αν ο αγώνας σου δικαιώθηκε. Γιατί κάθε αγώνας έχει νόημα και  περιμένει τη δικαίωσή του από το πλήρωμα του χρόνου, από τους μεταγενέστερους. Ωστόσο όποιος αδυνατεί να συντρίψει «ιδεολογικές εμμονές», αδυνατεί και να εγείρει ένα καινούριο αύριο. Ο εχθρός σε έχει καταστρέψει εκ των έσω!

Με ένα καταπληκτικό «αντίστροφο μοντάζ» ο Λόουτς μας αφηγείται την ιστορία του Ian Hart. Εστιάζει λίγο παραπάνω στην ιδεολογική διαμάχη των επαναστατών αδιαφορώντας ίσως για το γρήγορο της πλοκής. Η σκηνοθεσία είναι άρτια από έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους Ευρωπαίους σκηνοθέτες. Δεν κέρδισε το «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάννες και μάλλον δικαίως γιατί η ταινία δεν είναι -κατά την άποψή μου- ανώτερη ούτε από το «Underground» που κέρδισε ούτε από το «Βλέμμα του Οδυσσέα» που έπρεπε να κερδίσει.  Μ.Β.

ΤΟ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΜΠΟΡΝ του Paul Greengrass

The Bourne Ultimatum / Δράσης. Σενάριο: Tony Gilroy, Scott Z. Burns, George Nolfi, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Robert Ludlum. Πρωταγωνιστούν: Matt Damon, Julia Stiles, David Strathairn, Scott Glenn, Albert Finney. Η.Π.Α. 2007. Διάρκεια: 115′

(3,5/5)

Ο Jason Bourne, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη το λησμονημένο παρελθόν του, βρίσκεται για άλλη μια φορά στο «μάτι του κυκλώνα». Η δολοφονία ενός δημοσιογράφου και τα όσα αυτός του αποκαλύπτει, τον φέρνουν πιο κοντά στην ανακάλυψη του «Άγιου Δισκοπότηρου», της ταυτότητάς του…

Η αέναη μάχη μεταξύ του καλού και του κακού στο σύμπαν, είναι κι αυτή που καθορίζει την εξέλιξη του κόσμου. Ο άνθρωπος σ’ αυτήν τη διαμάχη δε μένει αμέτοχος. Αντιθέτως, η διαμάχη παίρνει σάρκα και οστά εντός του… Η θεωρία του μανιχαϊσμού σε όλο της το μεγαλείο…

Ο Bourne είναι μια φιγούρα τραγική. Εντός του συντελείται ένας ανηλεής πόλεμος μεταξύ καλού και κακού, η έκβαση του οποίου είναι αμφίβολη. Η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας, του ονόματος που κρύβεται πίσω από το κωδικό όνομα Jason Bourne είναι και η αλληγορική προσωποποίηση αυτής της μάχης. Η αποδοχή ή όχι από τον ήρωα, της προηγούμενής του ταυτότητας θα δώσει και την απάντηση στην έκβασή της.

Ξεπερνώντας τις μανιχαϊστικές επιρροές του σεναρίου, στεκόμαστε στην καταπληκτική σκηνοθεσία του Paul Greengrass, το δημιουργό των United 93 και Bloody Sunday, ο οποίος με τη χρήση της φορητής κάμερας  καταφέρνει να προσδώσει στην ταινία αμεσότητα αλλά και ένα κλειστοφοβικό κλίμα και με τη συνδρομή του νευρικού μοντάζ να την απογειώσει σε επίπεδα δράσης που καθηλώνουν. Άξιος συμπαραστάτης του σκηνοθέτη, ο Matt Damon που θαρρείς πως είναι γεννημένος γι’ αυτόν το ρόλο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, Jason Bourne χωρίς τον Matt Damon δεν θα υπήρχε. Καταφέρνει λοιπόν ο ηθοποιός, με την παραγνωρισμένη είναι η αλήθεια υποκριτική του δεινότητα, να εγείρει ένα νέο κινηματογραφικό είδωλο συντρίβοντας μια και καλή τη «στοιχειωμένη» εικόνα του ξεχωριστού Will Hunting.

Συνοψίζοντας, πέρα από το «εύπεπτο» φινάλε και τις όποιες σεναριακές ευκολίες που ως έναν βαθμό αποτελούν θυσία στο βωμό της αμείωτης δράσης, το τελεσίγραφο του Μπορν αποτελεί την γοητευτική πλευρά ενός είδους που έτεινε, όχι να εξαφανιστεί, αλλά να περιπέσει στην απόλυτη κινηματογραφική ανυποληψία.  Μ.Β.

Η ΕΚΛΕΙΨΗ του Michelangelo Antonioni

L’ eclisse / Σινεφίλ. Σενάριο: Michelangelo Antonioni, Tonino Guerra, Elio Bartolini, Ottiero Ottieri. Πρωταγωνιστούν: Alain Delon, Monica Vitti, Francisco Rabal. Ιταλία 1962. Διάρκεια: 112′

(5/5)

 

Ένα ζευγάρι χωρίζει. Η γυναίκα περιπλανιέται στην πόλη και βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά ενός νεαρού χρηματιστή.

 

Από πολλές απόψεις η Έκλειψη αποτελεί το ορόσημο μιας ολόκληρης δεκαετίας καθώς είναι η ταινία που ουσιαστικά καταρρίπτει όλες τις ως τότε καθιερωμένες κινηματογραφικές φόρμες. Σε μια εποχή (τέλη δεκαετίας του ’50 και αρχές του ‘60) που η καθεστηκυία τάξη απεχθάνεται οτιδήποτε νέο, που αναζητεί ξεπερασμένα ηθικά σύμβολα και ηθικές αξίες, η δημιουργία ενός τέτοιου καλλιτεχνήματος μπορεί να χαρακτηριστεί αιρετική. Και πραγματικά η Έκλειψη είναι μια δημιουργία αιρετική γιατί ξεφεύγει από τα καθιερωμένα , ξεφεύγει από τον ιταλικό νεορεαλισμό και δημιουργεί μια νέα τάση στον κινηματογράφο, το μοντερνισμό. Για την ακρίβεια εκτοξεύει το μοντερνισμό σε ύψη που καμιά άλλη ταινία δεν μπόρεσε μέχρι τις μέρες μας να φτάσει (η ταπεινή μου γνώμη).

Μέσα από μια ερωτική ιστορία, απλή στη σύλληψή της, ο Αντονιόνι καταφέρνει να αποτυπώσει με μοναδικό τρόπο το αστικό – βιομηχανικό τοπίο. Καταφέρνει με τον ιδιαίτερο τρόπο κινηματογράφησης να αποτυπώσει όσο καλύτερα γίνεται την ανθρώπινη μοναξιά της σύγχρονης κοινωνίας που κρύβεται καλά καμουφλαρισμένη πίσω από τις πολύβουες εικόνες της βιομηχανικής περιόδου που διανύουμε.

Η Έκλειψη αρχίζει όπως ακριβώς τελειώνει η Νύχτα, μ’ ένα χωρισμό. Η Βιτόρια (Monica Vitti) και ο κατά πολύ μεγαλύτερός της Ρικάρντο (Francisco Rabal) ύστερα από μια άυπνη νύχτα συζητήσεων (και όχι αναζητήσεων όπως στη Νύχτα) -αδιάψευστος μάρτυρας το γεμάτο αποτσίγαρα τασάκι- καταλαβαίνουν ότι η σχέση τους δεν οδηγεί πουθενά. Και με το πρώτο φως της μέρας που η Βιτόρια διστακτικά, είναι η αλήθεια, αφήνει να μπει μες στο δωμάτιο, έρχεται η ώρα των αποφάσεων. Το φως δίνει τη λύση, το φως ξεκαθαρίζει τα πράγματα. Το παραδέχεται και ο Ρικάρντο: «Πρέπει ν’ αποφασίσουμε». Και χωρίζουν…

Από τη σημείο αυτό αρχίζει η περιπλάνηση της Βιτόρια, που τελικά οδηγείται στο χρηματιστήριο όπου και γνωρίζει το γοητευτικό χρηματιστή της μητέρας της, τον Πιέρο (Alain Delon). Ο Πιέρο είναι ένας υπερόπτης νέος ταγμένος στο κυνήγι του χρήματος. Τα υλικά αγαθά τον ενδιαφέρουν πάνω απ’ όλα και δεν ντρέπεται να το ομολογήσει στη Βιτόρια. Η έλξη μεταξύ των δύο νέων δίνει την αφορμή στον Αντονιόνι να δημιουργήσει ένα δοκίμιο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. Μη σας ξεγελά το γεγονός της κινηματογράφησης ενός έρωτα. Ο έρωτας είναι απλώς η αφορμή, όλα όσα συμβαίνουν κατά τη διάρκειά του είναι και αυτά που μας ενδιαφέρουν. Η μανία δηλαδή για το χρήμα, ο θάνατος, η αδιαφορία για το συνάνθρωπο, η αποξένωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος βαδίζει πλέον μόνος του χωρίς συνοδοιπόρους. Αρνούμενος να πραγματοποιήσει τα αυτονόητα και να αντικρύσει την αλήθεια κατάματα προτιμά να κρύβεται πίσω από μία υποκριτική υπόσχεση. Όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται στα τελευταία μοναδικά επτά λεπτά, στα επτά λεπτά που οι Αμερικάνοι θέλησαν να αφαιρέσουν από την ταινία γιατί δεν τα καταλάβαιναν, στα επτά λεπτά της αισθητικής τελειότητας, στο καλύτερο φινάλε ταινίας που έχω δει.

Ως φόρο τιμής στον μεγάλο Ιταλό δημιουργό και κυριότερο εκπρόσωπο του ρεύματος του μοντερνισμού στον κινηματογράφο, παραθέτω την απάντηση που έδωσε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η κορυφαία του στιγμή στο σινεμά: «…Αν σας απαντούσα ερωτικά, η στιγμή που συνάντησα τη γυναίκα μου κι αν σας απαντούσα κινηματογραφικά η στιγμή που συνάντησα τον Αντονιόνι».  Μ.Β.

ΑΓΡΙΕΣ ΦΡΑΟΥΛΕΣ του Ingmar Bergman

Smultronstallet / Κοινωνική. Σενάριο: Ingmar Bergman. Πρωταγωνιστούν: Victor Sjostrom, Bibi Andersson, Ingrid Thulin. Σουηδία 1957. Διάρκεια: 91′.

(5/5)

Ένας ηλικιωμένος καθηγητής ιατρικής ταξιδεύει με το αυτοκίνητο από τη Στοκχόλμη στο Λουντ για να παραστεί στη βράβευσή για τα 50 χρόνια προσφοράς του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα προσπαθήσει να «συμφιλιωθεί» με το παρελθόν του.

Στην αέναη πάλη του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με την ιδέα του Θανάτου υπάρχει μόνο ένα δεκανίκι, η συμφιλίωση με το παρελθόν, με τις αναμνήσεις, όσο επώδυνες κι αν αυτές είναι. Αυτό ο Bergman φαίνεται να το γνωρίζει καλά.

Το ταξίδι του καθηγητή βρίθει συμβολισμών. Είναι ουσιαστικά μια πορεία προς το θάνατο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα αφεθεί σε ονειροπολήσεις που θα τον φέρουν πιο κοντά στην αλήθεια. Οι συμπεριφορές και τα λάθη του παρελθόντος που εμφανίζονται ως οράματα, είναι πικρά. Η αλήθεια είναι πικρή και προκαλεί πόνο. Πόνο ψυχικό που δεν θέλει να παραδεχθεί ότι νιώθει. Συναισθηματικά είναι ανίκανος. Είναι ανάλγητος, εγωιστής, άσπλαχνος. Υπάρχει άραγε λύση;

Η λύση υπάρχει και τη δίνουν οι γύρω μας. Έτσι και ο καθηγητής δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση. Η μοναξιά που τόσο καιρό επεδίωκε δεν είναι ευτυχία αλλά τιμωρία. Η συμφιλίωση με το γιο του και τη νύφη του είναι μονόδρομος και ίσως το μοναδικό φάρμακο για να επουλώσει πληγές του παρελθόντος.

Με την ταινία αυτή ο Bergman – κατά δήλωσή του- έτεινε χείρα συμφιλίωσης προς τους γονείς του, με τους οποίους δεν είχε και τις καλύτερες των σχέσεων. Από την άποψη αυτή ιδωμένη η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως και η πιο προσωπική του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εξαιρετικές και ειδικότερα του Victor Sjostrom (έγινε παγκοσμίως γνωστός ως σκηνοθέτης του βωβού κινηματογράφου), ο οποίος υποδύεται τον ηλικιωμένο καθηγητή. Η σκηνοθεσία είναι άψογη, με ορισμένες στιγμές καλλιτεχνικού μεγαλείου όπως η εξπρεσιονιστική σεκάνς του εφιάλτη, στην αρχή της ταινίας ή η ποιητική σεκάνς του τέλους.

Το 1958 η ταινία βραβεύτηκε με τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου.  Μ.Β.